H κοινωνικό-πολιτισμική ιστορία των ενδόξων ‘60s

στο βιβλίο «Μια Γενιά σε Κίνηση» του David Pichaske που κυκλοφορεί

| 07/02/2017

Το δοκίμιο αυτό γράφτηκε δέκα χρόνια μετά το τέλος της δεκαετίας του ’60, από τον David Pichaske, που υπήρξε πανεπιστημιακός καθηγητής αγγλικών ενώ έχει εκπονήσει πολλές φιλολογικές και κριτικές μελέτες με θέμα την ποίηση και το αμερικάνικο τραγούδι. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε και το βιβλίο του, «Η Ποίηση του Ροκ» ( Εκδ. Πρίσμα, 1993), μια εμπεριστατωμένη πραγματεία για τους στίχους της πιο δημοφιλούς μουσικής αλλά εκεί που ο Pichaske θεωρείται αυθεντία είναι οι αναλύσεις του για τον Bob Dylan. Tα τελευταία χρόνια ζει σε μια φάρμα, κοντά στο ποταμό Μινεσότα και αφιερώνει τον χρόνο του στη γραφή και τη φωτογραφία. Ούτως, το «Μια Γενιά σε Κίνηση» -σε εμπεριστατωμένη μετάφραση της Χίλντας Παπαδημητρίου- (εκδ. Κουκκίδα), παίζει πολύ με στίχους θρυλικών κομματιών, καθώς και με τραγούδια λιγότερο γνωστά, εξ’ ίσου όμως, σημαντικά με τα προηγούμενα. Το μεγάλο ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο που χτίζει το ιστορικό γίγνεσθαι διανθίζοντάς το με πολιτισμικά στοιχεία που γεννιούνται σε κάθε φάση της πορείας προς και κατά την διάρκεια των 60’s. Εν είδει καλειδοσκόπιου, ο Pichaske, αρθρώνει την αφήγησή του, καθώς από τις σελίδες παρελαύνουν βασικοί συντελεστές που κατά την γνώμη του ήταν και οι καταλύτες στον να πάρει την μορφή που πήρε η εν λόγω δεκαετία. Όλες οι καταστάσεις δένονται με τον πολιτισμικό ιστό των τραγουδιών και της μουσικής που, όχι μόνο αντανακλά την πορεία των γεγονότων, αλλά και τα αναλύει ταυτόχρονα.

16427315_585607108295630_4141807214423417398_n

Οι προβολείς πέφτουν κυρίως στο αμερικανικό θέατρο των γεγονότων και πολύ λιγότερο στο αγγλικό, με χρονικά πλαίσια ανάμεσα στο 1957 και 1973, γιατί θεωρεί φυσικό να αναφερθεί στις ιστορίες προπομπούς, αλλά και στον επίλογο της ένδοξης δεκαετίας. Το τέλος των 50’s και οι Μπίτνκς – ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Τζακ Κέρουακ, ο θεωρητικός Πολ Γκούτμαν, ο Κεν Κέζι με το πολύχρωμο σχολικό λεωφορείο που σεργιανά την Αμερική, ο Τομ Γουλφ και παράλληλα, ο Έλβις «Πέλβις» Πρίσλεί, ο Λίτλ Ρίτσαρντ και πάνω από όλους ο Τσακ Μπέρι, ο Τζέρι Λι Λιούις, «Η Ζούγκλα Του Μαυροπίνακα» και το «Rock Around The Clock», στους αρχικούς τίτλους της ταινίας που έκαναν τις καρέκλες στο σινεμά να τρίζουν, ο μουσικός παραγωγός Άλαν Φριντ που πρώτος έπαιξε race δίσκους –η απελευθέρωση του κορμιού και γενικώς το πέρασμα του μουσικού ηδονισμού στα λευκά ακροατήρια – όλα τούτα μας εισαγάγουν στην επόμενη δεκαετία. Το κίνημα για τα δημοκρατικά δικαιώματα, η Black Power, οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις για το Βιετνάμ, οι Μαύροι Πάνθηρες, ο Μάλκολμ Χ, ο Άμπι Χόφμαν, οι Ντίγκερς και οι Weathermen – η γένεση της αντικουλτούρας (δείτε και Μάριο Μάφι, «Underground» – εκδ. Οδυσσέας). Γράφει ο Pichaske: «Και έτσι η δεκαετία του ’60, όπως συμβαίνει συχνά σε περιόδους κοινωνικής και πολιτικής αναταραχής, ήταν συγχρόνως μια εποχή μεγάλης καλλιτεχνικής άνθισης. Όλες οι τέχνες άκμαζαν, οι εκδόσεις, το θέατρο, ο κινηματογράφος, αλλά πάνω απ’ όλα η μουσική, το περιούσιο μέσο της δεκαετίας. Οι Beatles, οι Stones, oι Who, oι Doors, ο Μπομπ Ντίλαν, o Πολ Σάιμον και δεκάδες άλλοι καλλιτέχνες (δημοφιλείς και σοβαροί) μετέτρεψαν την φολκ, το ροκ, το ριδμ-εντ-μπλουζ, ακόμα και την κάντρι, σε μια μορφή διαμαρτυρίας πιο εκλεπτυσμένη από τις μπαλάντες με θέματα επικαιρότητας που έγραφε η πρώτη φουρνιά τραγουδιστών διαμαρτυρίας». Από την καταναλωτική μανία των 50’s, τον έντονο ρατσισμό και τον παρανοϊκό αντικομμουνισμό τους, περνάμε στην εξεγερσιακή ατμόσφαιρα του ’60 με την ποικιλόχρωμη αντίθεσή της στο κοινωνικό κατεστημένο και τα στερεότυπα του, με τον πολιτικό ακτιβισμό, την ελευθεριότητά της – τη σεξουαλική απελευθέρωση – τα αντιπολεμικά συναισθήματα και την έξοδο από τους καταναγκασμούς της απαθούς καθημερινότητας. «Κάτω από τα πεζοδρόμια υπάρχει άμμος», γράφουν – ανάμεσα σε άλλα – οι οργισμένοι νέοι καλώντας στα φοβερά love-ins των διαφόρων φυλών.

16473398_585607244962283_3911460658566442387_n

Ο συγγραφέας αναλύει τα πράγματα από την σκοπιά του ανθρώπου που πήρε μέρος σε αυτά, ως κομμάτι του κινήματος που κορυφώθηκε το δεύτερο μισό της δεκαετίας. Ανασυνθέτει  πληροφορίες, παρέχει εξηγήσεις με την ματιά του liberal (δηλαδή, αριστερού στην Αμερική) διανοούμενου, συναρμολογεί –κατά το μάλλον ή ήττον- διαλεκτικά την δυναμική εξέλιξη των γεγονότων. Όντως εξαιρετικός στις διαγνώσεις του σχετικά με τους εμβληματικούς δίσκους της εποχής – διαβάστε την άποψή του για το αξεπέραστο «Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band» των Beatles ή το «John Wesley Harding», του Ντίλαν: «…είναι το δεύτερο πιο σημαντικό άλμπουμ μετά το «Sgt. Pepper», από την άποψη μακροπρόθεσμης επιρροής στο ύφος, τη σκέψη και τη συμπεριφορά της δεκαετίας του ’60. Είναι ένα κόνσεπτ άλμπουμ και ένα προσκύνημα. Το προσκύνημα μάς μεταφέρει από την διαμαρτυρία στην υπέρβαση, από τον εφιαλτικό παραλογισμό στη λογική, από το ροκ στην κάντρι, από την απόγνωση στην ελπίδα, από την ενοχή στη σωτηρία. Είναι το προσκύνημα στην ψυχή ενός ανθρώπου και στην ψυχή της Αμερικής, μια ολοκληρωμένη αλληγορία για τον 20ο αιώνα, με μεταφορικές αλληγορίες και σχήματα λόγου, με πολλαπλά υφολογικά και ηθικά επίπεδα ερμηνείας». Και συνεχίζει μελετώντας ένα – ένα τα κομμάτια του δίσκου. Θα διαφωνήσουμε, όμως, στην υπόθεση του «Their Satanic Majesties Request», του άλμπουμ που κυκλοφόρησαν οι Rolling Stones ως απάντηση στο μπιτλικό «Sgt. Pepper…» μιας και πιστεύουμε σθεναρά πως αποτελεί ένα από τα διαμάντια στη συλλογή του Μικ Τζάγγερ και της παρέας του. Μπορεί οι Πέτρες να ήταν, στην ουσία, μια ροκ μπλουζ μπάντα χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει πως δεν μπορούσαν να συγχρονιστούν με την μουσική καινοτομία των καιρών τους.

Σαν καινοτομία θα μπορούσε να δει κανείς και τους πειραματισμούς εκατομμυρίων ανθρώπων με τα ψυχεδελικά ναρκωτικά. Ο Pichaske σημειώνει πως χωρίς αυτά δεν θα υπήρχε το κίνημα της αντικουλτούρας. Αλλά καθώς έχουμε φθάσει στα 1968 βρισκόμαστε στην κορύφωση της κοινωνικής κίνησης με το συνέδριο των Δημοκρατικών, το καλοκαίρι, στο Σικάγο και λίγο αργότερο την μάζωξη 500 χιλιάδων στο «έθνος» του Γούντστοκ. Η γενιά που μπήκε σε κίνηση μερικά χρόνια πριν ηττάται κατά κράτος από την συστημική αντίδραση της Ουάσιγκτον. Βία ενάντια στους διαδηλωτές, δολοφονίες ηγετών, ηρωίνη παντού και πολιτισμική ενσωμάτωση. «Κλασική μέθοδος του κερδώου καπιταλισμού είναι να μετατρέπει την εξέγερση σε στιλ» όπως έγραφε, το 1972, ο άγγλος κριτικός Τζόρτζ Μέλι. Έτσι, «πλημμυρίζεις την αγορά με φθηνές, αβλαβείς, και διαχειρίσιμες απομιμήσεις· και σύντομα το αυθεντικό ούτε το ακούει κανείς ούτε το αναγνωρίζει… το στιλ πρέπει να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά της εξέγερσης όσο περισσότερο γίνεται. […] Το κόλπο είναι να δώσεις έμφαση σε άλλα χαρακτηριστικά, έτσι ώστε το είδωλο της ποπ, το οποίο αρχικά συμβόλιζε έναν αρρενωπό αντάρτη, να μεταμορφωθεί σε φαντασιακό αντικείμενο για να αυνανίζονται τα κοριτσάκια στην εφηβεία. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται πιο αποτελεσματικά με την άφθονη χρήση στίχων σε ύφος ροκ εν ρολ, που έχουν γραφτεί από την γραμμή παραγωγής της μουσικής βιομηχανίας[…] και με την εξίσου άφθονη προώθηση διασκευασμένων τραγουδιών».

Altamont 2

Ένα χρόνο μετά, έρχεται η τραγωδία στο Άλταμοντ, στη δωρεάν συναυλία που διοργάνωσαν, οι Stones με την περιφρούρηση των Hell’s Angels και τις δολοφονίες θεατών (ο Pichaske μιλάει για πάνω από μία)… Τα πράγματα βαίνουν προς το αναπόφευκτο τέλος τους. Πάλι ο συγγραφέας : «Ένας από τους λόγους αποσύνθεσης της δεκαετίας του ’60 ήταν ότι το κίνημα έφτασε πολύ μακριά πολύ γρήγορα. Η εμπροσθοφυλακή πήγε πολύ πιο μπροστά από το κυρίως σώμα και η επικοινωνία έγινε προβληματική. Όλο και περισσότερο κόσμος, νεαροί Αμερικανοί, ξέγραφαν τους ηγέτες τους του κινήματος ως αστόχαστους, υπερβολικούς, τρελαμένους ανθρώπους. Όλο και περισσότεροι Αμερικανοί ένιωσαν ξαφνικά εξαντλημένοι, καμένοι, εξουθενωμένοι» Για τούτο, «έχοντας να διαλέξουν μεταξύ πολιτικού ριζοσπαστισμού ή συντηρητισμού, μεταξύ αρτ ροκ και σαβούρας, μεταξύ απόλυτης ελευθερίας (αναρχίας) και απόλυτης καταπίεσης (τυραννίας), μεταξύ Άμπι Χόφμαν και του ακραία συντηρητικού Ρίτσαρντ Ντέιλι, πολλοί σκεπτόμενοι άνθρωποι της δεκαετίας έκαναν αυτό που θα περίμενε κανείς να κάνουν. Τα παράτησαν». Ο επίλογος της γενιάς σε κίνηση γράφεται, το 1973, από το «Quadrophenia» των The Who. Τα ερωτήματα είναι αμείλικτα. Ποιες είναι οι συνέπειες με το πέρασμα του χρόνου σε μια φιλοσοφία ζωής με βάση την νεότητα και την κίνηση; Ποιες επιλογές έχουν οι ριζοσπάστες καθώς μεγαλώνουν και η ψυχική κούραση τους κατακλύζει;    

info: David Pichaske, «Μια γενιά σε κίνηση. Μουσική και πολιτισμός τη δεκαετία τού ’60″, μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδόσεις Κουκκίδα

mia-genia-se-kinisi-mousiki-kai-politismos-ti-dekaetia-tou-60

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιολογία στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Παράλληλα, έπαιξε ως μουσικός παραγωγός σε πολλά ραδιόφωνα για πολλά χρόνια και έγραψε ως μουσικός κριτικός σε μια σειρά περιοδικά. Αυτό συνεχίζει μέχρι και σήμερα.