The Post: Απαγορευμένα μυστικά

Το Watergate, οι πρόεδροι των ΗΠΑ και η μάχιμη δημοσιογραφία με υπογραφή Steven Spielberg

Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος - Κινηματογράφος, Ταινίες της εβδομάδας - 12/01/2018

Το περίφημο σκάνδαλο Watergate που συντάραξε βαθύτατα την Αμερική στις αρχές τις δεκαετίας του 70′ επανέρχεται κινηματογραφικά. Τα χρόνια εκείνα όπου βγήκαν στη δημοσιότητα τα άκρως απόρρητα Pentagon Papers από την κυρίαρχη New York Times και έπειτα αναλύθηκαν φύλλο το φύλλο από την πιο άσημη –στην εποχή της- Washington Post μοιάζουν ανεξάντλητη έμπνευση. Λογικό όταν είχαν ως αποτέλεσμα ο Nixon να μείνει ιστορικά ως ο μοναδικός πρόεδρος των ΗΠΑ που παραιτήθηκε –στη σκιά του πολέμου του Βιετνάμ που είχε ήδη δημιουργήσει μια μεγάλη πολιτική κρίση- από το αξίωμα του μην ολοκληρώνοντας ποτέ την θητεία του. Τα Pentagon Papers έμπλεκαν μέσα τους μια σειρά προέδρων της Αμερικής για μια σειρά ζητήματα γεωπολιτικής σημασίας: το 1996 οι New York Times έγραφαν αναδρομικά πως και με αφορμή την διακυβέρνηση Johnson μια κατά σειρά πρόεδροι των ΗΠΑ «ψευδόταν συστηματικά όχι μόνο προς την κοινή γνώμη, αλλά και προς το Κογκρέσο». Η ιστορία αυτή έχει συχνά απασχολήσει το σινεμά μα θυμόμαστε ακόμα και σήμερα την σπουδαία ταινία «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου» του Alan J. Pacula και τον Robert Redford και τον Dustin Hoffman ως ρεπόρτερ της Washington Post να αναζητούν μέσα σε ένα άκρως απειλητικό τοπίο και κοινωνικής μυστικοπάθειας την αλήθεια. Μια άλλη εποχή προφανώς. 1976. Αναπαράσταση του γεγονότος εν θερμώ. Η ταινία εκείνη έμοιαζε δικαιωματικά με ένα σκοτεινό πολιτικό θρίλερ: θρίλερ όπως ήταν άλλωστε και οι ίδιες οι καταστάσεις που αλυσιδωτά ξετυλίχθηκαν σε όλες τις κλίμακες της πολιτικής και κοινωνικής ζωής των ΗΠΑ με την δημοσίευση των κρατικών μυστικών.

Σήμερα μοιάζει να ήρθε πάλι το πλήρωμα του χρόνου –προσπαθώντας να εντοπίσουμε την όποια επίκαιρη του αναγκαιότητα- η ιστορία τούτη να μυθοπλαστεί εκ νέου εν μέσω μιας εντελώς νέας προσέγγισης και για μια νέα γενιά και πίσω από την κάμερα τον Steven Spielberg. Στους ρόλους των ερευνητών αυτή την φορά ο Tom Hanks ως αρχισυντάκτης της Washington Post που βρίσκει την ευκαιρία να αποδείξει την δημοσιογραφική του δεινότητα και την Meryl Streep ως εκδότρια της εφημερίδας που αργεί να συλλάβει την σημασία των γεγονότων αν και ταυτόχρονα η κατοχή και η δημοσίευση των κρατικών μυστικών προφανώς της προκαλεί φόβο: είναι σημαντικό βάρος και ευθύνη να τα βάζεις με προέδρους των ΗΠΑ. Αλλά ως τυχοδιώκτες και οι δυο τους, το γεγονός μοιάζει μια πολύ καλή ευκαιρία η εφημερίδα τους να υπερβεί τον στιγματισμό της ως τοπικής και μικρής κλίμακας και να αναδειχθεί σε εθνικής εμβέλειας αξιόπιστο ενημερωτή και προστάτη της κοινής γνώμης. Οι ίδιες οι καταστάσεις, λοιπόν, την συνεφέρουν και δηλώνει παρά τους φόβους και τις αλλότριες συμβουλές: «Ας δημοσιεύσουμε». Έτσι ιστορικά επιτυγχάνονται πολλοί ταυτόχρονα στόχοι. Οι πωλήσεις της εκτινάζονται, η Washington Post αποκτά μόνιμο κύρος, η χώρα συνταράσσεται, ο Nixon παίρνει θέση για παραίτηση, το ζήτημα της ελευθερίας του τύπου επανέρχεται στο προσκήνιο ενώ ο κινηματογράφος βρίσκει νέο υλικό για αφηγήσεις και εμείς το 2018 ακόμη συζητάμε για το θέμα.


Το κακό, το καλό και η αναγκαία κοινωνική ισορροπία


Η ταινία ως σύνολο δανείζεται από την πραγματικότητα και τα γεγονότα της εποχής. Η κακοσμία που ανέδυε το σύστημα στην ολότητα του μέσα από τα τριπλοκλειδωμένα συρτάρια της Watergate είναι υλικό για να μεταπλασθούν σε ένα ακόμη κινηματογραφικό –και pop κουλτούρας- μύθο. Ο Spielberg διαλέγει μια άλλη αφήγηση σε σχέση με την πρώτη προσέγγιση του Pacula, που να είναι και στο στοιχείο του: λιγάκι πιο σκαμπρόζικα, με αγωνιώδεις αλλά όχι σε επίπεδα θρίλερ στιγμές, λιγάκι χιουμοριστικά και πολιτικά… όσο που πατάει η γάτα. Η τελευταία ταινία του λοιπόν –που ως άλλο best seller μοιάζει να έχει στόχο περισσότερο τα βραβεία παρά καλλιτεχνικές αξιώσεις και την μελέτη του ζητήματος- επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την κυρίαρχη αφήγηση στο αμερικάνικο σινεμά: Από την μία το σύστημα (κυβέρνηση, πρόεδροι, δικαστές, κρατικές σκιώδεις υπηρεσίες) και από την άλλη το αναγκαίο αντίβαρο. Στην περίπτωση μας ένα μάτσο δημοσιογράφοι που αναζητούν μια ευπώλητη ιστορία και… βραβεία Pulitzer (αν και γνωρίζουν πως εμπλέκονται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό) και που ονοματίζουν την αποστολή τους, αποστολή για την υπεράσπισης της δημοκρατίας: «Ο μόνος τρόπος για να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στην δημοσίευση είναι να δημοσιεύσουμε» δηλώνει ο Tom Hanks και ορίστε η κατά Spielberg υπεράσπιση του αμερικάνικου αξιακού συστήματος και του περιβόητος Συντάγματος. Η ελευθερία του τύπου και η προστασία του λαού από τα κυβερνητικά ψεύδη έχουν κι αυτές φυσικά τον λόγο τους αλλά θέτονται ένα σκαλοπάτι πιο κάτω.

Η διαμάχη λοιπόν αναζητά ως λύση μια αναγκαία ισορροπία. Μια ισορροπία δυνάμεων σε κλειστό πλαίσιο. Απολυτρωμένο από το κυρίαρχο πρόβλημα αλλά όχι το βασικό. Για το αμερικάνικο σινεμά, άλλωστε κάθε διαμάχη πρέπει να οδηγεί σε μια εξισορρόπηση παρά σε μια ανατρεπτική λύση που θα ξεκαθαρίζει ολοκληρωτικά το τοπίο. Η ταινία υπερτονίζει τη ετοιμοπόλεμη ηθική των δημοσιογράφων σε μια κινηματογραφική παράδοση που ο Spielberg ξέρει να διαχειρίζεται ολόσωστα: Μεγάλες συγκινήσεις, έντονο και μη ανιαρό ρυθμό και ολοκληρωμένη αφήγηση. Μια ακόμη περιπέτεια πιο απλά, όπως γνωρίζει άριστα να τελειοποιεί μαστορικά ο σκηνοθέτης. Ανάμεσα σε καλούς δημοσιογράφους και κακούς προέδρους (Nixon και… Trump αν θέλουμε να το ερμηνεύσουμε στο σήμερα). Στο περιθώριο η ανθρωπότητα που απλά ασκείται σε κάτι χλιαρές διαδηλώσεις.

Ας γίνουμε πιο σαφείς: Αντιβιοτικά και αντίδοτα όπως θέλετε πείτε το, για τον κινηματογράφο του Hollywood και την συμβατική αμερικάνικη αντίληψη στο κάθε κρίσιμο και οξυμένο πολιτικό ζήτημα εθνικής εμβέλειας υπάρχει ανάγκη μιας αντιβίωσης για να ηρεμήσει το «κτήνος». Προφανώς μέχρι την επόμενη φορά που θα θεριέψει. Πόσες φορές άλλωστε σταμάτησε να είναι επιθετικό μέχρι και την προεδρία Trump; Στην παρόμοια οσκαρική ταινία του 2015 «The Spotlight», που αναφερόταν και εκείνη σε ένα άλλο σοβαρό σκάνδαλο –υποθέσεις παιδεραστίας από την καθολική εκκλησία- και τον ρόλο της δημοσιογραφίας στο να γνωστοποιηθεί στην κοινή γνώμη υπήρξε η πανομοιότυπη εξιδανίκευση της ίδιας έννοιας: οι δημοσιογράφοι ως μεσσίες. Κάθε τέτοια ιστορία ταυτόχρονα δηλώνει: το παιχνίδι παίζεται στα υψηλά κλιμάκια ανάμεσα σε αμπαρωμένα γραφεία και με πόλεμο λέξεων –top secret εναντίον αποκάλυψης τους-. Η πιο φυσική τάξη πραγμάτων σε όλο αυτό το πλαίσιο που διοικεί τις ζωές μας είναι: η υπόλοιπη ανθρωπότητα προσμένει τα αποτελέσματα εκτός των τειχών. Ανίκανη να ερμηνεύσει ή να κάνει οτιδήποτε. Θεατής της πολιτικής σκακιέρας. Θεατής σε ένα θέαμα. Ακριβώς όπως και ο συγκεκριμένος τύπος κινηματογράφου. Θέαμα που προφανώς συγκινεί και ευχαριστεί και ταυτόχρονα μας ουδετεροποιεί ταυτισμένους με «ήρωες» που τους έχουμε δώσει την πλήρη εκπροσώπηση για ενεργητική δράση.


Ο κινηματογραφικός μύθος του ρεπόρτερ: μαχητικότητα, ανιδιοτέλεια, ηρωισμός


Φυσικά η γλυκιά ψευδαίσθηση και οι γλυκές αυταπάτες που δημιουργεί η ταινία είναι και αυτές που την κάνουν όμορφη ανάγκη αναγκάζοντας μας να παραμένουμε με τα μάτια ορθάνοιχτα: Η μάχιμη, ερευνητική δημοσιογραφία αποτελεί το μοναδικό επάγγελμα στον κόσμο που μοιάζει περισσότερο με αφιλοκερδές λειτούργημα, ως τρόπος ζωής, ως μη αλλοτριωτικό προς την εργασία του. Τέλειος μύθος made in cinema. Δεν ξέρω κατά πόσο αυτό γίνεται πιστευτό σε ένα κλάδο όπου πλέον η έννοια «απλήρωτη εργασία» και οι δημοσιογράφοι ως copy paste επιμελητές μπροστά σε μια οθόνη έχει πάρει τα χαρακτηριστικά μιας εδραιωμένης, πασίγνωστης και μη εξαιρετέας επιδημίας. Αλλά σε ένα τέτοιο σύγχρονο περιβάλλον, και ποιος δεν θα ήθελε να ντοπάρετε με παραμυθιάσματα; Να νιώθεις και να είσαι σημαντικός εθνικά και παγκόσμια; Οι πρόεδροι των ΗΠΑ να τα «μαζεύουν» λόγω του δέους και του πανικού που προκαλούν τα άρθρα σου; Να ασχολούνται τα ανώτατα δικαστήρια με την κάθε σου λέξη; Να μετατρέπεσαι σε λαϊκός ήρωας; Μια ζωή χαρισάμενη μπρος σε βαριές γραφομηχανές, με την κάπνα να κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα, τα πόδια στο γραφείο, τα πουκάμισα ανασηκωμένα και τις γραβάτες χαλαρωμένες, ασταμάτητα τηλεφωνήματα, εργασία μέσα στην νύχτα σαν ντετέκτιβ, η αλήθεια θήραμα.

Προφανώς αυτό τον μύθο, ο Spielberg τον συντηρεί και με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσοχή και σαφήνεια: Ξετυλίγει την ιστορία από διάφορες πλευρές –η «κλοπή» των κρατικών μυστικών, η δημοσιογραφική έρευνα, τα διλήμματα και οι απειλές εκ των άνωθεν, η κάπως σε αμφιβολία μα ακλόνητη τελικά εκδότρια που παίρνει τις μεγάλες αποφάσεις. Δένοντας όλα τα στοιχεία προοδευτικά, πλάι στους ήρωες πρωταγωνιστές τοποθετεί δευτερεύοντες και τριτεύοντες χαρακτήρες ώστε να δημιουργείται ένα πλέγμα ενός ρεαλιστικού κόσμου τέτοιου όπως οι μητροπόλεις Νέα Υόρκη και Ουάσινγκτον –κέντρα του κόσμου και των γεγονότων- και μιας νοσταλγικής εποχής των 70s, της τεράστιας κινητικότητας των ανθρώπων, των ηθών και των αξιών τους λόγω των σοβαρών πολιτικών γεγονότων, των σκανδάλων και των συνεπειών τους. Ένας κόσμος που παίρνει τα χαρακτηριστικά του από τον αέρα του δίκιου των δημοσιογράφων ως φορείς αλήθειας και υπεράσπισης του λαού. Πράγματι, αέρας νίκης φυσάει καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας: γρήγορο τέμπο του μοντάζ, κινήσεις της κάμερας και στοχεύσεις στις φυσιογνωμίες των ηρώων και φυσικά η μυθοποίηση του Τύπου ως κυρίαρχου πρωταγωνιστή. Τα ρολά από το πιεστήριο όταν βγαίνει η Washington Post με το «αποκλειστικό» πρωτοσέλιδο και η αλήθεια που σκάει σαν βόμβα κινηματογραφείται με την σκηνοθετική σιγουριά και περηφάνεια μιας περίπου… δευτέρας παρουσίας.  Ο Spielberg με αυτό το στυλ δομεί μια μόνιμη προσμονή στο κοινό για ένα σίγουρο happy end που μετριάζει τελικά την πολιτική σοβαρότητα που εμπεριέχεται στην αληθινή ιστορία και δεν είναι άλλη από την χειραγώγηση της κοινής γνώμης των ΗΠΑ από τους κυβερνώντες.

Η ιστορία που βλέπουμε δεν έχει ουσιαστικό, πράγματι, βάθος. Η κριτική στο σύστημα υποτυπώδη και οι σχολιασμοί μοιάζουν και είναι προσχηματικοί. Ανώδυνοι. Αλλά κάνεις δεν μπορεί να πει πως η ταινία υπολείπεται όγκου και μάζας. Είναι με μια λέξη εκτυφλωτική αλλά τόσο όσο ένα πυροτέχνημα.