Επιστολές αναγνωστών / Αναδημοσιεύσεις απόψεων

Με την κάμερα στο ένα χέρι και την... σύγχυση στο άλλο

Τάσεις του σύγχρονου κινηματογράφου

| 24/01/2017

Ο κινηματογράφος καθώς περνούν τα χρόνια είναι εμφανές πως έχει περιέλθει σε μια σχετική δημοκρατικοποίηση. Όχι από άποψη περιεχομένου, που ούτως ή άλλως γι’ αυτό δεν τίθεται αμφιβολία, μιας και η τέχνη είναι εν γένει και αναγκαστικά δημοκρατική, αλλά από άποψη πρόσβασης στα μέσα για την πραγματοποίηση και την προβολή του.

Η «δημοκρατικοποίηση» του κινηματογράφου

Οι εθνικές κινηματογραφιές με τον έναν ή άλλο τρόπο συνεχώς αντιαποικιοκρατούνται, αναγεννιούνται και ακμάζουν (ιρανικός, ρουμάνικος, νορβηγικός, μεξικάνικος, ελληνικός, κ.α) και νέες φωνές άγνωστων «δημιουργών» βρίσκουν χώρο, με κάθε μέσο, για να ακουστούν,

Τα κινηματογραφικά φεστιβάλ (διεθνή και μη, επίσημα και μη) πληθαίνουν συνεχώς και υπερκεράζουν την σημασία και την προσβασιμότητα της τακτικής εβδομαδιαίας διανομής, ενώ τα ήδη καταξιωμένα φεστιβάλ δίνουν όλο και περισσότερη βάση στο να προωθούν νέους, «ανορθόδοξους», αξιόλογους και υποσχόμενους δημιουργούς, που βρίσκονται γενικώς στο ξεκίνημα της κινηματογραφικής τους ενασχόλησης ή που και αν έμπειροι δεν έχουν εισέλθει στην παγκόσμια κινηματογραφική διανομή, για λόγους κυρίως ενός πιο «δύσκολου» περιεχομένου και μορφικού πειραματισμού. Παράλληλα, με στόχο πάντα την ιδεολογική χειραγώγηση του κοινού και παράλληλα την εκμετάλλευση των αξιόλογων νέων δημιουργών, τα φεστιβάλ προσπαθούν να καναλιζάρουν τις ανεξάρτητες φωνές, με όχημα προγράμματα τεχνικής κατάρτισης και σεναριακής βοήθειας σε διάφορα workshop, με στόχο να δημιουργήσουν νέες τάσεις και νέες «σχολές» που θα εξυπηρετούν τις ανάγκες τους (που από πίσω τους, σχεδόν πάντα, κυριαρχούν τα στούντιο και οι επιχειρηματίες). Ως εκ τούτου, οι φωνές των καλλιτεχνών χάνουν την ανεξαρτησία τους και μετατρέπονται σε υπάλληλους των φεστιβάλ, κρατώντας όμως το πρεστίζ του «δημιουργού». Τον ρόλο των κινηματογραφικών ανωτέρου τύπου και δημόσιου χαρακτήρα σχολών που απουσιάζουν από πολλές χώρες (όπως η δική μας), την παίζουν τα φεστιβάλ, με αρνητικά σίγουρα αποτελέσματα στην πλέρια κατάρτιση των νέων δημιουργών. Όλο αυτό το νέο σύστημα «χειραγώγησης», έχει παρόμοια λογική με το Hollywood και την «εξαγορά» μέσω της επιβράβευσης (για παράδειγμα στα Όσκαρ) ανθρώπων εκτός -σχετικά- συστήματος παραγωγής, γιατί αφενός δεν «δουλεύουν» οι παλιομοδίτικες μέθοδοι παραγωγής αλλά και αφήγησης και που δεν απαντάνε στις οικονομικές και προπαγανδιστικές τους ανάγκες και αφετέρου για να ελέγξουν καλλιτέχνες που μπορούν να δημιουργήσουν αριστουργηματικό σινεμά αλλά επ’ ουδενί δεν πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι άρα και εν δυνάμει «επικίνδυνοι» (παράδειγμα θα μπορούσαμε να είναι ο Μεξικάνος Alejandro G. Iñárritu που ως ανεξάρτητος δημιουργός έχει βραβευτεί δυο κατά σειρά χρονιές με τα βασικά βραβεία Όσκαρ).

Ταινιοθήκες και άλλοι επίσημοι φορείς (πρεσβείες, οργανισμοί, μικρές εταιρίες) προωθούν τις δικές τους θεματικές, φεστιβαλικές ή και αφιερωματικές ιδέες και άλλες ανεξάρτητες, κυρίως καλλιτεχνών και φοιτητών, ομάδες στηρίζουν και προωθούν αδιαμεσολάβητα δουλειές ανθρώπων που πρωτύτερα δεν είχαν καμιά δυνατότητα πρόσβασης στην κινηματογραφική διανομή,

το κόστος των μέσων για κινηματογράφηση έχει γίνει κι αυτό σχετικά προσιτό, και όσο και αν οι αίθουσες παραμένουν άδειες, με ευθύνη κυρίως των εταιριών παραγωγής και διανομής, που συχνά έχουν μπακαλίστικη λογική πάνω στην τέχνη, ο κινηματογράφος έχει γίνει για τον δυτικό κυρίως κόσμο, μια τέχνη όλο και πιο προσιτή να παραχθεί και να προβληθεί και όχι πάντα με τους παραδοσιακούς τρόπους (για παράδειγμα ακόμη και μέσω του ίντερνετ). Δεν έχει φτάσει ακόμα στα επίπεδα όπου θα μπορούσαμε να πούμε πως έχει γίνει καθολική –ολόκληροι ήπειροι και λαοί, εξάλλου, δεν έχουν πρόσβαση καθόλου, όχι απλά στο σινεμά, μα και σε καμιά άλλη τέχνη, ενώ δεν έχουν πρόσβαση ούτε και στα στοιχειώδη μέσα διαβίωσης- αλλά πέρασαν οι εποχές όπου χρειαζόταν εκατομμύρια δολάρια για να μπορεί να μιλήσει, να εκφραστεί ένας άνθρωπος κινηματογραφικά.

photo_04

Το γεγονός αυτό, ότι το σινεμά, όπως είπα παραπάνω, δεν είναι πλέον πεδίο εκμετάλλευσης μονάχα των στούντιο και του βιομηχανικού συμπλέγματος αλλά έχει γίνει αρκετά πιο προσιτό, σε μεγαλύτερο από το παρελθόν εύρος, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν τεράστια εμπόδια στην ολοκλήρωση μιας ανεξάρτητης παραγωγής. Ωστόσο, όλο και πληθαίνουν οι «φτωχοί» δημιουργοί, οι «auteur», που όλο το υλικό από την σύλληψη της ιδέας ως την πραγματοποίηση του είναι στο απόλυτο αισθητικό τους και προσωπικό τους έλεγχο. Και δεν θα ήταν ανεδαφικό να πω, ότι δεν είναι τόσο μακριά η στιγμή όπου ένας άνθρωπος ή μια μικρή ομάδα ανθρώπων θα μπορέσει να δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη κινηματογραφική ταινία. Αυτή η πλήθυνση των δημιουργών, παράλληλα, και για λόγους προσέγγισης μιας φθηνότερης παραγωγής από πλευρά τους αλλά και για λόγους ποσοτικής τους αύξησης, δημιουργεί αναγκαστικά νέες τάσεις, στο περιεχόμενο και την μορφή του σύγχρονου σινεμά, δίχως να μπορεί να ερμηνευτεί κάτι τέτοιο, ως τροχοπέδη στην ποιότητα. Σαφώς και όλες οι ταινίες που παράγονται σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν αποτελούν αριστουργήματα και ούτε θα έπρεπε να περιμένουμε κάτι τέτοιο από κάποια μορφή τέχνης. Το θέμα διόλου δεν είναι κατά πόσο οι ταινίες μπορούν να κριθούν και να χαρακτηριστούν ως αριστουργήματα αλλά κατά πόσο δίνεται η πιο μεγάλη και πλέρια δυνατότητα στις ιδέες και στις αναζητήσεις των χιλιάδων δημιουργών από όλο τον κόσμο, χώρο για να επικοινωνήσουν. Για όσους ενστερνίζονται την διαλεκτική ως μεθοδολογία σκέψης, είναι πολύ γνωστό το συμπέρασμα πως μέσα από την ποσότητα, η ποιότητα ωριμάζει και δημιουργεί εκρήξεις. Κάθε περιορισμός της ποσοτικής αύξησης των δημιουργών, θα αποτελούσε μια «λογοκρισία» που θα έκανε κακό και στην τέχνη αλλά και στην συνολική και συλλογική αντίληψη μας. Όσο λιγότεροι, τόσο λιγότερα τα ερωτήματα, τόσο λιγότερες οι συζητήσεις και οι αναζητήσεις, τόσες λιγότερες οι απαντήσεις. Η δημοκρατία στο χώρο της τέχνης, αποτελεί συνθήκη ανόδου του στοχαστικού και νοητικού επιπέδου ενός λαού. Αυτού που είναι και ο τελικός κριτής του τι θα κρατήσει και του τι θα πετάξει.

Οι τάσεις

Η προσήλωση στον δημιουργό επιβεβαιώνει, και βοηθάει επίσης, στην απόλυτη πλέον απομάκρυνση από τον κινηματογράφο του παρελθόντος, από την κλασική κινηματογραφική αφήγηση. Οι δημιουργοί, έρχονται να δημιουργήσουν, με ένα τεράστιο πλούτο αφετηριών, ιδεολογικών, ηθικών, πολιτισμικών και παράδοσης. Οι αισθητικές θεωρίες της μεταπολεμικής εποχής, έχουν γίνει λίγο ή πολύ κτήμα όλο και περισσότερων, με συνέπεια να μοιάζουν να έχουν νικήσει ανεπιστρεπτί. Επήλθε, δηλαδή, η τελική ρήξη με την θεατρικότητα, τους κανόνες και τον κομφορμισμό του κλασικού σινεμά που το Hollywood προσπάθησε να επιβάλει –για λόγους κυρίως ιδεολογικούς- ως μοναδική κινηματογραφική γλώσσα. Έτσι, θα μπορούσα να στοιχειοθετήσω ως τάσεις τα παρακάτω. Φυσικά όλες αυτές δεν αποτελούν κάποιον νεωτερισμό, αλλά είναι εμφανέστατες στην κινηματογραφική παραγωγή του 21ου αιώνα.

tenemos-la-carne-sangre-y-lujuria-en-el-cine-del-mexicano-emiliano-rocha-body-image-1454439902-size_1000

Έχει έρθει το, σχετικό πάντα, τέλος των μεγάλων αφηγήσεων, αφήνοντας αυτό το κινηματογραφικό «είδος» μονάχα στο Hollywood (και σε ένα μικρότερο βαθμό στην κινέζικη κινηματογραφία) ή σε κάποιους «ικανούς» στο χειρισμό τέτοιων αφηγήσεων, δημιουργούς. Φυσικά ο λόγος αυτής της αλλαγής πλεύσης, είναι η εξεύρεση μιας λύσης που έχει αφετηρία οικονομικούς, βασικά, λόγους. Παράλληλα όμως, μεγάλωσε εξ’ ανάγκης το πεδίο για νέες μεθόδους και για νέου τύπου αφηγήσεις ως αποτέλεσμα των χαμηλών προϋπολογισμων που μέσα στα χρόνια δημιούργησε μια κουλτούρα και μια οπτική μακριά από την κλασική αφήγηση, ακόμη και αν αφετηρία δεν είναι πάντα ή μονάχα το κόστος. Έτσι, ως γενικός κανόνας, οι ιστορίες που το ανεξάρτητο σινεμά πλέον αρέσκεται να εξιστορεί, είναι μικρά διηγήματα μιας καθημερινότητας που εμπλέκουν απλούς, καθημερινούς χαρακτήρες αποδιώχνοντας την όποια επική, ολοκληρωτική δομή από το περιεχόμενο τους, αδιαφορώντας αν θα καταλήξουν σε γενικευμένα συμπεράσματα ή αν θα συγκρουστούν με όλα και με όλους που απασχολούν την ανθρωπότητα.

Έχει έρθει, πάντα σχετικά, το τέλος των κλασικών ηθικών διλημμάτων ανάμεσα στο καλό και κακό, στο θεμιτό και αθέμιτο, στο σωστό και το λάθος, το θάρρος και τη δειλία κ.ο.κ., που παρασιτούσε γενικώς στην κινηματογραφική τέχνη σε μεγάλο βαθμό όλο τον 20ο αιώνα. Τα ηθικά ζητήματα που προκύπτουν και που κυριαρχούν ως θέμα συζήτησης των ταινιών, έχουν ένα πολύ πλατύτερο εύρος, μένουν σχετικά μετέωρα, μη συμπερασματικά, πλέουν προς κάθε πιθανή επεξηγηματική κατεύθυνση, δίνοντας με αυτό τον τρόπο στην αφήγηση την δυνατότητα να θέτει όλο και περισσότερα ερωτήματα. Αν και αυτή η «σύγχυση» μοιάζει με συνέπεια της συνολικής κοινωνικής κατάστασης όπως και των σύνθετων και αφαιρετικών ρευμάτων σκέψης των τελευταίων δεκαετιών, δεν θα μπορούσε να κατακριθεί από καθέδρας, γιατί αποτελεί τροφή για συζήτηση και ανάμεσα στο κοινό και ανάμεσα στους καλλιτέχνες – του σινεμά και μη – και ανάμεσα στους στοχαστές.

Έχει έρθει το τέλος των ορίων που τέθηκαν – για καθαρά λόγους εμπορικούς και παραγωγής – ανάμεσα στα κινηματογραφικά είδη. Τα είδη μπλέκονται μεταξύ τους και αλληλοτροφοδοτούν την κεντρική ιδέα που αναζητεί να διερευνήσει ο δημιουργός. Κυρίαρχο, δομικό στοιχείο αφήγησης και γενική συνθήκη είναι το δράμα, με διάφορες εκφάνσεις, κάνοντας χρήση στοιχείων άλλων κινηματογραφικών ειδών, ώστε να εξυπηρετούν το κάθε φορά περιεχόμενο.

Στις ανεξάρτητες παραγωγές, κυριαρχεί μια «εμμονή» στον ρεαλισμό ως στοιχείο φόρμας, συχνά στον ωμό ρεαλισμό ή και στον νατουραλισμό – μια συντηρητική επιστροφή; – και τον συνειδητό «ερασιτεχνισμό» ή την «απροσεξιά» της εικόνας ως στοιχείο αληθοφάνειας και προσπάθειας ταύτισης με τα συναισθήματα και τις ιδέες του κοινού αλλά και που αποδεικνύει όπως είπα και πρωτύτερα την όλο και περισσότερο δημοκρατικοποίηση του μέσου. Εφόσον τα εργαλεία για την δημιουργία του σινεμά γίνονται όλο και πιο προσιτά και οικονομικά σε ένα ευρύ κοινό, κινηματογράφος μπορεί να γίνει στο άψε σβήσε, χωρίς την ταλαιπωρία του παρελθόντος. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να αξιολογηθεί πλήρως στο που μπορεί να οδηγήσει την τέχνη στο μέλλον. Ίσως σε μείωση της ποιότητας, ίσως και σε νέους δρόμους αφήγησης, λόγω της ποσοτική αύξησης, που μπορούν να δώσουν, ως συνέπεια, σπουδαία αποτελέσματα. Το περιεχόμενο, επηρεάζοντας αναγκαστικά την φόρμα, πάντως ποικίλει και το σουρεαλιστικό, το σχηματικό ή το ονειρικό συνεχίζει να έχει κυρίαρχη θέση στην κινηματογραφική αφήγηση.

Το σινεμά όπως προκύπτει από μια μεγάλη μερίδα των ταινιών που διαλέγουν και προτείνουν τα φεστιβάλ, δείχνει και μια ευθεία απόσταση από την καθαρά πολιτική τέχνη, ζήτημα ίσως αναντίστοιχο των καιρών από άποψη αναγκών αλλά όχι και τόσο από άποψη κοινωνικών διαθέσεων. Αυτό δεν σημαίνει πλήρης απομάκρυνση των δημιουργών από κάθε πολιτική θέση. Απλά μοιάζουν σχετικά μουδιασμένοι, εμμένοντας σε ένα κινηματογράφο κοινωνικής, σαφώς, απεικόνισης όπου κυριαρχεί όμως το διαπροσωπικό, το ηθικό, το υπαρξιακό, και το μη ξεκάθαρο στο περιεχόμενο και τις ιδέες που διερευνώνται και όπου το πολιτικό ή το κοινωνικό στοιχείο αποτελεί μια βάση, ένα υπόβαθρο μη εμφανές μα συνειρμικά πάντα παρόν.

following-christopher-nolan-diy-ultra-low-no-budget-filmmaking-16mm

Μια γενική εκτίμηση φόρμας και περιεχομένου

Τα παραπάνω που στοιχειοθετώ και δεν αξιολογώ –και σίγουρα πολλά παραλείπω- αν και μπορεί φαινομενικά να προσομοιάζουν, δεν απαντούν και δεν δηλώνουν εν τέλει, μια ροπή του σινεμά προς τον «μεταμοντερνισμό». Μοιάζει να αντιστέκεται (σε αντίθεση με άλλες μορφές τέχνης όπως οι πλαστικές και το θέατρο) και να αρνείται σε γενικό βαθμό να υιοθετήσει τέτοιες τάσεις, εμμένοντας σε πειραματισμούς μέσα στα πλαίσια ακόμη του μοντερνισμού, των σχολών του κοντινού παρελθόντος, με κυρίαρχη ίσως μια προσκόλληση –όχι πάντα πετυχημένη ή ολοκληρωμένη– στις αισθητικές θεωρίες του Μπρέχτ και άλλων μοντέρνων αισθητικών μεταπολεμικών θεωριών. Στοιχεία «μεταμοντερνισμού» και αποδομητικής εμμονής μπορούμε ίσως να βρούμε μονάχα και σε μικρό βαθμό στις σεναριακές ιδέες, στην σκηνογραφία και την υποκριτική. Μια τέτοια μελέτη για το μεταίχμιο στο οποίο βρίσκεται ο κινηματογράφος, διότι όντως βρίσκεται, και τις μελλοντικές τάσεις που θα κυριαρχήσουν, χρειάζεται μια πιο ενδελεχή έρευνα, πράγμα που δεν δύναται να πραγματοποιήσει το παρόν άρθρο. Μπορώ, όμως, να πω με σιγουριά, πως ο μοντερνισμός παραμένει ισχυρός στο σινεμά όλου του κόσμου, πέραν του Hollywood και όσων χωρών προσπαθούν να το μιμηθούν, που για λόγους αισθητικού και ιδεολογικού ελέγχου μένει προσκολλημένο και προτείνει απαρχαιωμένες και ανώδυνες συνταγές αφήγησης.  Ο μοντερνισμός λοιπόν, είναι συνθήκη μη αναστρέψιμη.

Το περιεχόμενο, τέλος, είναι ξεκάθαρα επηρεασμένο από την σύγχρονη πραγματικότητα, αγγίζοντας κάποιες πλευρές της. Μια πραγματικότητα, που κατά κόρον οι δημιουργοί βλέπουν ως προβληματική και κυρίως ως απάνθρωπη. Η πλειοψηφία των ταινιών διερευνούν την αποξένωση, τα κοινωνικά και υπαρξιακά αδιέξοδα, την ανθρώπινη απαξίωση, τις διαπροσωπικές σχέσεις μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο που θέτει η παγκόσμια κοινωνική κατάσταση που διατρέχει πολιτικό πρόβλημα και πολύ σοβαρό, μάλιστα. Το κοινό όμως χαρακτηριστικό, με πολλές φυσικά εξαιρέσεις, αυτού του γενικού μα και αόριστου πολιτικού προβλήματος, τίθεται κυρίως ατομικά. Αυτή η ατομική απεικόνιση, δείχνεται μέσα από μια κυρίαρχη, μπορώ να πω, «μανιέρα» στο περιεχόμενο. Η κοινωνική πίεση πέφτει πάντα στις πλάτες ενός ή και λίγο περισσοτέρων χαρακτήρων. Η ατομική οπτική, θα ήταν λάθος να την εκλάβουμε ως μονάχα ζήτημα οικονομικού προυπολογισμού μιας ταινίας (λιγότεροι ηθοποιοί, λιγότερα έξοδα), αλλά ως ζήτημα οράματος. Έχουμε ιστορικά παραδείγματα -γαλλική nouvelle vague, νέο γερμανικός κινηματογράφος, νέο ανεξάρτητο hollywood, πολωνικό και τσέχικο σινεμά των 60s- που το επιβεβαιώνουν. Έτσι, διαφαίνεται, λοιπόν, η τάση πως οι δημιουργοί αποδείχνουν μια ιδεολογική σύγχυση στην εξήγηση των κοινωνικών φαινομένων και πως δεν είναι προετοιμασμένοι να βγουν με συμπερασματική και επιθετική διάθεση προς την υπέρβαση μιας γενικής μελαγχολίας και μιζέριας, αν και σίγουρα την διαισθάνονται, που κυριαρχεί στην ανθρωπότητα. Αυτό που αναζητούσαν το 1968, οι συντάκτες του μανιφέστου «Προς έναν τρίτο κινηματογράφο», για ένα κινηματογράφο «έργων, φτιαγμένων με την κάμερα στο ένα χέρι και την πέτρα στο άλλο», δεν μπορώ να γνωρίζω αν βρίσκεται μακριά ή κοντά μας χρονικά, το σίγουρο είναι πως θα γίνει υπόθεση και ζήτημα μιας επερχόμενης κοινωνικής συγκυρίας και οι κινηματογραφιστές θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι, να μην πιαστούν στον ύπνο.

*Το παρόν άρθρο έχει ως βάση κείμενο του συντάκτη που δόθηκε προς δημοσίευση στην ετήσια ανθολογία κινηματογραφικής ανασκόπησης για το έτος 2016, «Αλμανάκ 2016» της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου.

**Η κεντρική εικόνα του άρθρου είναι στιγμιότυπο από το τελικό πλάνο της ταινίας “Masculin feminin” του 1966, του Jean-Luc Godard, ενός από τους καθοριστικούς θεωρητικούς και δημιουργούς του μοντερνισμού στον κινηματογράφο, και τίθεται για την ευρηματικότητα της στην χρήση της κινηματογραφικής γλώσσας και ως συνολικός φόρος τιμής στην προσφορά του σκηνοθέτη στις σύγχρονες αντιλήψεις για το σινεμά. Η εικόνα 2. είναι της ταινίας «Tangerine» που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου με κινητό, η 3. της ταινίας «Tenemos la carne» που δείχνει τις αντιλήψεις περί αποδόμησης και μικρών αφηγήσεων με σχετικά παραδειγματικό τρόπο και η 4. από την ταινία «Following» την πρώτη ταινία του Christofer Nolan με προυπολογισμό 6000 δολάρια. 

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).