«The Favourite» του Γιώργου Λάνθιμου

Χλευασμός της θλιβερής γελοιότητας της κάθε εξουσιαστικής κοινωνίας

| 07/02/2019

Σημείο πρώτο: Ο Λάνθιμος έχει αποδείξει πως είναι δημιουργός με την κινηματογραφική έννοια: ένα ζήτημα μονίμως εγγράφεται στο συνολικό του έργο. Το ζήτημα της εξουσίας και το πως επιδρά σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους.

Σημείο δεύτερο: Εθνικά κριτήρια δεν πρέπει να υπάρχουν. Ο Λάνθιμος δεν κάνει εθνικό σινεμά. Αλλά ποιος ο λόγος (αν όχι εμπορικός) να βάζουμε τέτοια κριτήρια όταν ούτε ο ίδιος ο δημιουργός δεν τα προσδοκά; Η τέχνη του δυτικού κόσμου άλλωστε είναι εθνική μόνο κατά τα φαινόμενα. Άρα: μας αρέσει, δεν μας αρέσει, η γνώμη μας για ένα σκηνοθέτη δεν πρέπει να εδράζεται σε καμία εθνική περηφάνια ή εθνική στενοχώρια: εθνική – λέξη άλλωστε επικίνδυνα γελοία στις μέρες που ζούμε.

Κι ενώ παραμένει Έλληνας και με τις αναφορές αυτής της συγκεκριμένης κοινωνίας κυρίως παραμένει ευρωπαίος. Σωστότερα ίσως: τα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα –όπως και ζητήματα ηθικής και νοοτροπιών- έχουν καταλύσει τα σύνορα και ως εκ τούτου κανείς δεν μιλάει αποκλειστικά σαν έλληνας, ιταλός ή άγγλος. Όλοι οι δυτικοί μιλούν μια κοινή πολιτισμικά γλώσσα –πράγματι με διαφοροποιήσεις εν είδει ιδιωματισμού-. Δεν είναι του παρόντος να μιλήσουμε για όλη την εργογραφία του Λάνθιμου. Αλλά όταν θα χρειαστεί να το κάνουμε θα είναι άστοχο αν γίνει με αποκλειστικά εθνικά κριτήρια, όπως και αν τα απωλέσουμε τελείως. Το έργο του όντως χρήζει ανάλυσης. Για ένα κύριο λόγο: Όντως κοινωνιολογικά και αισθητικά απαντάει στην σύγχρονη τάξη πραγμάτων. Και κάτι τέτοιο, αφορά το κοινό και τους ανθρώπους συνολικότερα. Όπως έχει γραφτεί, οι ταινίες συλλαμβάνουν, εξερευνούν και προβλέπουν την κουλτούρα μας ως κάτι ενιαίο. Άρα εφόσον «προβλέπουν» όντως αφορά τους πάντες.

Σημείο τρίτο: Καθώς βλέπουμε την ιστορία της βασίλισσας της Αγγλίας του 18ου αιώνα Anne τότε αμέσως θα έπρεπε να ταυτιζόμαστε με τις κοινές ευρωπαϊκές αναφορές μας: Την εξουσία, την ιεραρχία και την θέση του καθένας μας σε αυτή (είτε ως σύστημα είτε ως αξίες που παράγουν). Παρένθεση: Εξόχως κάποιοι τόνισαν τις φεμινιστικές και #metoo αναφορές της ταινίας. Είναι δυστυχώς για τους βιαστικούς μια αφελής προσέγγιση και μια πλαισίωση εκ των υστέρων και που προφανώς υποτιμά την αρχική πρόθεση του έργου. Το «The Favourite» μιλάει για το γυναικείο ζήτημα τόσο όσο μιλούσε και το περσυνό αριστούργημα «Lady Macbeth» για αυτό. Δεν το αποκόπτει (άρα ούτε το αποδυναμώνει φιλοσοφικά) μα το θέτει στην πραγματική του βάση: στα πλαίσια της δύναμης, της ιδιοκτησίας (υλικών και ανθρώπων), της ταξικότητας και της εξουσιαστικότητας. Όχι στα πλαίσια του φύλου. Πρέπει κυρίως να δούμε τα κεφαλαία γράμματα που ορίζουν και καθορίζουν κοινωνίες, ηθικές, κουλτούρες και φύλα αιώνες τώρα και που γράφουν διάπλατα Ε Ξ Ο Υ Σ Ι Α.

Αυτό ακριβώς είναι άλλωστε, όπως είπαμε και αρχικά, το μοναδικό και κυρίαρχο θέμα που απασχολεί μονίμως τον Λάνθιμο. Και τον απασχολεί όχι γιατί το ανακάλυψε ως κάτι νεωτερικό ή της μόδας αλλά γιατί είναι κυρίαρχο δεδομένο: δεδομένο που θα έπρεπε να απασχολεί τους πάντες. Κι όμως να που δεν είναι αυτό το συγκεκριμένο δεδομένο που έχει κάνει τους πάντες άξαφνα Λανθιμικούς. Είναι υποτιμητικό για το ίδιο το θέμα (και έπειτα ως εκ τούτου για τον καλλιτέχνη) αυτή η μανία λατρείας και ενδιαφέροντος του κοινού για τον σκηνοθέτη έπειτα μονάχα από την ανακοίνωση ότι είναι ο μοναδικός Έλληνας που προτείνεται για 10 Όσκαρ. Όχι, το κοινό οφείλει να αντιδρά στην παγίδα της μαζικής κουλτούρας που το ορίζει: το ζήτημα της εξουσίας θα έπρεπε ούτως ή άλλως να το ενδιαφέρει. Κι όμως δεν συμβαίνει. Το βιομηχανικό σύμπλεγμα του σινεμά ωστόσο διόλου το νοιάζει το περιεχόμενο και το ενδιαφέρον του κοινού για αυτό. Γνωρίζει πολύ καλά πως τα αστραφτερά αγαλματίδια μπορούν να πείσουν τον καθένα για να ασχοληθεί για δεκαπέντε λεπτά παραπάνω με κάτι. Αδιάφορο με τι. Άλλωστε κάτι θεωρείται ή μη επιτυχημένο με το που κόβεται το εισιτήριο. Εκεί κρίνονται όλα. Ας αφήσουν λοιπόν οι influencers του κινηματογραφικού κοινού τις κολακείες για μια ταινία που από την αρχή ως το τέλος τις χλευάζει και αυτές και τους ίδιους.

Σημείο τέταρτο: Ο Λάνθιμος δημιούργησε με την τελευταία του ταινία την πιο ώριμη κινηματογραφική δουλειά του. Είναι η πρώτη του ταινία που καταφέρνει να δομήσει με ενιαίο τρόπο δραματουργία, πλοκή, περιεχόμενο και να την υλοποιήσει με αισθητικούς πειραματισμούς και αναφορές στο παγκόσμιο σινεμά που αγαπάει. Και δείχνει προφανώς πως μετατρέπεται σε όλο και πιο άρτιο δημιουργό –δεν είχαμε άλλωστε ποτέ μια κάποια αμφιβολία. Και επειδή ακριβώς δεν είχαμε αμφιβολία, ασχολούμασταν πάντα με το περιεχόμενο των ταινιών του (δεν είναι θέμα συμφωνίας ή διαφωνίας, γούστου ή μη, μα ουσιαστικής ανάγκης μελέτης τους λόγω πραγματικά της σοβαρότητας τους).

Υπό ποια έννοια μιλάμε για την πιο ολοκληρωμένη του δουλειά; Με την έννοια πως άφησε πίσω την σχηματικότητα που όριζαν οι προηγούμενες προτάσεις του, τις σαφείς αντιθέσεις ηθικής (όπως και αισθητικής) και τους αποστασιοποιημένους ακραία χαρακτήρες του (δεν διαφωνώ εξ ορισμού με αυτή την αισθητική) και εισήλθε στο πολύπλοκο έργο της κινηματογραφικής δραματουργίας και της διαχείρισης της. Το ίδιο το θέμα άλλωστε το αποζητά. Η έννοια των εξουσιαστικών σχέσεων για να μελετηθεί με μεγαλύτερη εμβάθυνση, ακρίβεια και σαφήνεια –και να μην καταλήξει αναπαράσταση του αυταπόδεικτου- οφείλει μια ισορροπημένη αφήγηση, μια ισορροπημένη αντίληψη και κυρίως μια ισορροπημένη σχέση χαρακτήρων. Θέλει συγκράτηση και ανάδειξη των δυναμικών που οι σχέσεις εξουσίας ενέχουν: Η Βασίλισσα και οι δυο παρατρεχάμενες που αποζητούν την μονιμότητα του «ευνοούμενου» δίπλα της δεν μπορεί να αποκτήσει νόημα ως θεματική αν δηλωθεί μονοκόμματα, χοντροκομμένα και σχηματικά. Πρέπει να οριστούν οι σχέσεις ισορροπίας με λεπτές γραμμές για να μπορούν να διακριθούν οι προθέσεις του καθενός. Είτε αυτού που κατέχει εξουσία είτε αυτού που θέλει ένα κομμάτι της, την αίγλη της και τις ευτελείς νοοτροπίες και συμπεριφορές που αυτή γεννά: ακόλουθοι, κολακείες, τυπολατρία, εξευτελισμός του κατώτερου και εκχυδαϊσμός του ανώτερου, μάταιη σεξουαλικότητα, λαιμαργία στο φαγητό, στην αναζήτηση της εύνοιας και στις προσδοκίες ανέλιξης. Εκμετάλλευση δύναμης και αδυναμιών. Ένα σύστημα βαθιά ιεραρχικό, βαθιά εκμεταλλευτικό, βαθιά υποτακτικό και συγκεκριμένα τώρα γυναικοκρατικό. Το ζήτημα της πατριαρχίας και της γυναικοκρατίας αμφισβητεί de facto κάθε ισοτιμία. Έτσι τίθεται το γυναικείο ζήτημα στην ταινία.

Ο Λάνθιμος από την μία το καταφέρνει αυτό περιεχομενικά και από την άλλη το κρίνει ευθαρσώς και κυνικά αισθητικά. Χλευάζει τον κόσμο που κινηματογραφεί. Γιατί δεν πέφτει ούτε μια στιγμή στην λανθασμένη ταύτιση με τις ενέργειες των χαρακτήρων. Αντιθέτως τις βγάζει τόσο παραφυσικά ανούσιες, ευτελείς και γελοίες. Τόσο για να ταυτιστούμε μονάχα με την ενοχή του δυτικού ανθρώπου: που ακόμα αυτή η κουλτούρα των παραπάνω νοοτροπιών μας κατατρέχει και παρόλα αυτά τις συντηρούμε επίσης. Όπως άλλωστε οι δυο εν δυνάμει «ευνοούμενες» συντηρούν την βασίλισσα, που αν και άχρηστη και ασήμαντη οφείλει να υπάρχει. Ως ιδιότητα. Γιατί αν παύσει να υπάρχει, δεν θα υπάρχουν κατ’ επέκταση ούτε οι ακόλουθοι και οι προσδοκίες τους. Την συντηρούν μέχρι να δείξει την απόλυτη ανημποριά της και ίσως έτσι δύναται να πάρουν την θέση της.

Η ταινία ωστόσο είπαμε πως είναι χλευαστική: έτσι ενώ εποφθαλμιούν μονίμως την εξουσία τελικά αποδείχνουν πόσο γελοίο είναι να προσπαθούν. Γιατί σε ένα τέτοιο σύστημα ο καθένας –πέραν του άρχοντα- δεν είναι παρά ο τελευταίος τροχός. Ένας υποτακτικός με προνόμια. Ένας δούλος σε λίγο καλύτερη θέση από τον αμέσως επόμενο. Γιατί άλλωστε δεν υπάρχει μεγαλύτερη αυταπάτη και εξαπάτηση του κοινού νου από το να περιμένει εξουσία, δύναμη, εύνοια και καλοζωία. Με ένα ξεροκόμματο ο δούλος μπορεί και να το πιστέψει πως κοντεύει προς τον στόχο του. Κι όμως είναι τόσο θλιβερό…

Η ταινία είναι σαφώς αυτό: ένας ακόμη σύγχρονος επαναπροσδιορισμός της θλιβερής θέσης του καθενός στην ιεραρχική κοινωνία. Μιας θλιβερής ανθρώπινης κατάστασης και συμπεριφοράς που την έχουμε αποδεχτεί για τον λόγο πως αναπαράγεται και πληθαίνει σαν τα κουνέλια εδώ και αιώνες.

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).