Vietnam Blues

Ο πόλεμος του Βιετνάμ στα νέγρικα μπλουζ (β’ μέρος)

| 15/11/2014

Ο πόλεμος του Βιετνάμ είδε το μεγαλύτερο ποσοστό των μαύρων που υπηρέτησε ποτέ σε ένα αμερικανικό πόλεμο. Η εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, συνέπεσε με την εκδήλωση εσωτερικής εκστρατείας εναντίον του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα.  Από την αρχή, η χρήση ή η εικαζόμενη υπερβολική εμπλοκή των μαύρων αμερικανικών στρατευμάτων στον πόλεμο αυτό, έφερε αναταραχές και ενέργειες κατά του ρατσισμού. Οι ηγέτες στα κινήματα των κοινωνικών δικαιωμάτων και πολλοί άλλοι, συμπεριλαμβανομένου του Martin Luther King, Jr., περιέγραψαν τη σύγκρουση στο Βιετνάμ ως ρατσιστική: ‘πόλεμος των λευκών, αλλά μάχη των μαύρων’ (a white man’s war, a black man’s fight).

Συνεχίζουμε με το β΄ μέρος, το αφιέρωμα στα νέγρικα μπλουζ που αποτύπωσαν την εμπειρία από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Διαβάστε το α’ μέρος [η κεντρική φωτογραφία απεικονίζει έργο του Romare Bearden]

   Το τραγούδι ‘Chicago Seven’ του Memphis Slim (γεννημένος ως Pete Chapman, 1915-1988),  μια εμβληματική μορφή πιανίστα στα μπλουζ από το Μέμφις του Τεννεσί, ο οποίος μετακόμισε στο Σικάγο στα τέλη του 1930, αναφερόταν σε πολιτικές διαμαρτυρίες κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, καθώς επίσης και σε πολιτικά δικαιώματα και εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1971, στο άλμπουμ Blue Memphis της Warner Bros Records. Ο τίτλος αναφερόταν σε πολλά άτομα τα οποία συνελήφθησαν έξω από το Συνέδριο των Δημοκρατικών στο Σικάγο τον Αύγουστο του 1968, για υποκίνηση ταραχών. Αρχικά δικάστηκαν οκτώ άτομα, όλοι ακτιβιστές υψηλού προφίλ και πολύ γνωστά άτομα στο κίνημα αυτό. Οι Abbie Hoffman και Jerry Rubin από το κίνημα των χίπις, ο ηγέτης των Μαύρων Πανθήρων Bobby Seale και οι πολιτικοί ακτιβιστές Rennie Davis, David Dellinger και ο Tom Hayden που ήταν παντρεμένος με την Τζέιν Φόντα, και είχαν κυκλοφορήσει μαζί ένα ντοκιμαντέρ το 1973 σχετικά με την επίσκεψή τους στο Βόρειο Βιετνάμ, που ονομαζόταν ‘Introduction to the Enemy’. Η δίκη ξεκίνησε στις 24 Σεπτεμβρίου 1969, αλλά αμέσως μετά ο δικαστής, Julius Hoffman, διέταξε ο Bobby Seale να δικαστεί επιπλέον και για ασέβεια προς το δικαστήριο. Οι στίχοι του τραγουδιού υπονοούσαν ότι η μεγάλη κάλυψη του Chicago Seven καθώς και του Four dead in Ohio’, μια αναφορά στα γεγονότα της 4ης Μαΐου 1970, οφειλόταν στο γεγονός  ότι οι ​​εμπλεκόμενοι ήταν λευκοί και όπως έλεγαν ‘κανείς δεν φαίνεται να ανησυχεί αν χυθεί μαύρο αίμα’. Οι  πυροβολισμοί στο Kent State, γεγονός γνωστό ως «η σφαγή της 4ης Μαΐου», που έλαβε χώρα στο Πανεπιστήμιο Kent State, στην πόλη Kent του Οχάιο, αφορούσε στην εκτέλεση αόπλων φοιτητών τη Δευτέρα 4 Μαΐου του 1970. Οι φύλακες κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 13 μόλις δευτερολέπτων, σκότωσαν τέσσερις μαθητές και τραυμάτισαν άλλους εννέα, ένας από τους οποίους υπέστη μόνιμη παράλυση. Το τραγούδι τελείωνε με ένα σόλο κιθάρας με τον ήχο της  σειρήνας ενός αστυνομικού αυτοκινήτου στο παρασκήνιο.

«Everybody is talking about Chicago Seven / Four dead in Ohio, that makes eleven / Nobody seems worried about all the black blood spilled / They’d begun to take notice when some of their own got killed / Now I’m from Chicago, but I’m not bragging / Just can’t stand that police nagging / Because in Chicago there is one big grudge… / My own people have gone back, back to the underground.»

Ο Champion Jack Dupree, γεννημένος ως William Thomas Dupree (περίπου 1910-1992) στη Νέα Ορλεάνη, ήταν ένα παίκτης του πιάνο μπλουζ, στο στυλ boogie-woogie. Έζησε στο Λονδίνο και εργάστηκε στην Ευρώπη, κυρίως κατά τη δεκαετία του  1960. Τραγούδησε για τα ναρκωτικά, το ποτό και τη φυλακή, ενώ έγραψε και πολλά πολιτικά τραγούδια για προέδρους των ΗΠΑ (όπως τον Φραγκλίνο Ρούζβελτ, Τρούμαν και Κένεντι) και το κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων στα οποία περιλαμβανόταν και μία σύνθεση για τον Martin Luther King. Το τραγούδι ‘Vietnam Blues’ από το άλμπουμ Legacy of the Blues, Vol. 3 (1972)  του Champion Jack Dupree είχε σαφή αντιπολεμική θέση. Ο Dupree αισθανόταν μεγάλη συμπάθεια για τους ‘ανθρώπους πέρα στο Βιετνάμ οι οποίοι υπέφεραν από πολύ πόνο’. Ήθελε την κυβέρνηση των ΗΠΑ να αφήσει ελεύθερους και ήσυχους εκείνους τους φτωχούς ανθρώπους  και να φύγουν όλοι και να γυρίσουν στα σπίτια τους. Πίστευε ότι ο πόλεμος δεν θα τελειώσει ποτέ και ότι το Βιετνάμ είχε πολλούς φίλους, όπως τους  Κινέζους …  Βορειοκορεάτες, Ρώσους… Τραγούδησε για τον πόνο που αισθάνονται οι μητέρες των αμερικανών στρατιωτών. Περιλάμβανε μια μικρή γραμμή για την αντιμετώπιση των αφροαμερικανών  στις ΗΠΑ, λέγοντας ότι το Βιετνάμ είχε ένα πρόβλημα ‘ακριβώς όπως και εμείς’, κι αυτό προέρχεται από έναν άνθρωπο ο οποίος άφησε τις ΗΠΑ για να ζήσει στην Ευρώπη, εν μέρει λόγω αυτών των ζητημάτων.

«Well, I feel so sorry for the people over in Vietnam / It’s a whole lot of pain, Uncle Sam don’t understand / Why don’t you leave Vietnam? Leave those poor, poor people alone / They got a hell of a problem, just like I got at home / Well I know a mother, be glad to see her son come home / Yes Uncle Sam pack up, pull out, and go home / The war in Vietnam, there’s one war that will never end / The Vietnam people, they got a whole lot of friends / Yeah they got the Japanese, they got the Chinese… / The North Koreans, the Russians / The Africans too, and they got me too / When the lights come on all over the world again / Well the people in Vietnam will have a whole lot of friends again.»

Η εναλλακτική εκδοχή του τραγουδιού, που ηχογραφήθηκε κατά τη διάρκεια της ίδιας συνόδου, ​​όπως παραπάνω, αλλά που δεν κυκλοφόρησε μέχρι το 2004, είχε ορισμένους ενδιαφέροντες στίχους. Ο Dupree μίλησε για εξευτελισμό, ‘low down dirty shame’ και κατήγγειλε ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Ο ίδιος προειδοποίησε την κυβέρνηση ότι δεν μπορεί να κερδίζει κάθε πόλεμο, ενώ σε κάποια φάση είπε ότι οι άνθρωποι δεν έχουν εναλλακτική λύση στην επιστράτευση κι ότι θα πρέπει να σκάψουν τον τάφο τους. Προς το τέλος του τραγουδιού εξομολογείται ότι είναι τόσο ευτυχής που ήταν πολύ γέρος και δεν τον επιστράτευσαν κι αυτόν να τον στείλουν εκεί πέρα…

«I feel so sorry for the people in Vietnam/ The way they be treated, is a low down dirty shame… / What could we do when we got to go /We got no chance, say we don’t want to go/ When you got to go dig your own grave… /Ain’t no justice at all, they get killed…/Innocent woman and children too/ They kill then down just like you and me /We don’t know why so much murder always on the mind /I don’t see why Uncle Sam don’t go home… /I’m so glad I was too old, too old… /Maybe one day Uncle Sam will understand/ That you can’t win every war, even in Vietnam.»

Romare Bearden

Romare Bearden

Βlood spilled by the poor

   Η Flora Molton, γεννήθηκε στην Βιρτζίνια το 1908, ξεκίνησε ως τραγουδίστρια γκόσπελ εμπλεκόμενη και στο κήρυγμα ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα της. Μερικώς τυφλή από τη γέννησή της, μετακόμισε στην Ουάσιγκτον το 1930, κι άρχισε να ασχολείται με την κιθάρα το 1943. Πέρασε μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1940 και του 1950 παίζοντας μπλουζ στις γωνίες δρόμων. Χαρακτηριστικά χρησιμοποιούσε ένα μεταλλικό δαχτυλίδι, σύροντάς το σε όλες τις  χορδές, δημιουργώντας έναν ήχο γεμάτο θρήνο και στεναγμό. Αργότερα με την αναβίωση των μπλουζ και της φολκ μουσικής, άρχισε να εμφανίζεται σε καφέ, κλαμπ και φεστιβάλ. Στις αρχές του 1970, κυκλοφόρησε το τραγούδι ‘Ο ήλιος θα λάμψει στο Βιετνάμ’ (The Sun Will Shine in Vietnam) λαμβάνοντας σαφώς αντιπολεμική στάση. Η Molton κοιτούσε προς το μέλλον, όταν ο πόλεμος θα τελείωνε, αλλά επέκρινε τους πολιτικούς για την αποτυχία τους να φέρουν την πολυπόθητη ειρήνη, υποστηρίζοντας ότι ‘ο διάβολος αρέσκεται σε αυτή την κατάσταση’. Περιείχε ακόμα κι άλλες θρησκευτικές αναφορές, όπως ‘Ου φονεύσεις’ (thou shall not kill) και ότι ‘ο Θεός δεν είναι ευχαριστημένος’ (lord he is not pleased). Είναι ενδιαφέρον ότι οι στίχοι είχαν παράλληλα κοινωνική και οικονομική άποψη και κριτική, λέγοντας ότι το ‘αίμα που χύθηκε από τους φτωχούς’ (blood spilled by the poor) ήταν άδικο, ενώ ‘ο πλούσιος άνθρωπος είναι αυτός που κερδίζει’ (rich man make the profit).

«The sun gonna shine in Vietnam one day / The fighting will be over and the ? rolled away / The mighty politician says to be offering peace / You know the devil likes this condition /And the lord he is not pleased / The sun gonna shine in Vietnam one day… / God sent us a prophet, he had these word to say / Thou shall not kill the mothers and the same is true today… / Rich man make the profit, the blood spilled by the poor / If the rich man would live by the word of god / He would end this bloody war / The sun gonna shine in Vietnam one day.

race_vietnam_shouldnotfight

    Το 1945, γράφτηκε και ηχογραφήθηκε από τον James «Beale Street» Clark το τραγούδι με τίτλο ‘Get Ready to Meet Your Man’, για τους στρατιώτες που επιστρέφουν στις ΗΠΑ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Freddie King με το κομμάτι Yonder Wall, ανανέωσε τρόπον τινα και  προσάρμοσε το τραγούδι στον πόλεμο του Βιετνάμ, ενώ ο Elmore James ηχογράφησε την περίφημη εκδοχή του το 1962: Look on Yonder Wall’. Η εκδοχή αυτή ήταν η αφήγηση από την οπτική γωνία ενός ανίκανου ανθρώπου να πολεμήσει. Βρισκόταν σε σχέση με μια γυναίκα της οποίας ο άνθρωπος ήταν στο Βιετνάμ, κι ο οποίος όμως τώρα επέστρεφε  στο σπίτι:

      «Look on yonder wall/ Hand me down my walking cane/ I’m looking out your window/ And you look upon your man/ Your man been in Vietnam/ I know you had it kind of rough/ I don’t know how many men he killed…/ Yeah I love you baby, and you just won’t treat me right/ I give you all my money and you walk the streets all night.» ( http://www.youtube.com/watch?v=kVtclYVizx4 )

 

    Στο τραγούδι ‘Blood Ran Like Wine’, ο Johnny Shines τραγούδησε για έναν άνθρωπο σε δύσκολη θέση, σε πρώτο πρόσωπο: ‘…στεκόμουνα μέσα στο νερό … με τα πόδια στο αίμα’.  Στη συνέχεια αποκαλύπτεται  ότι ο αφηγητής πολεμούσε: ‘δεν ωφελεί να ουρλιάζεις και να κλαις… στο Βιετνάμ’.

   «Well I was standing in water/ Way up above my knees/ Well I prayed to the good lord/ Won’t you help me if you please/ Every man want to live/ But sometimes I feel like dying/ Well I’m walking in the blood/ Running down the street like wine…/ There no use in worrying/ No use in screaming and crying/ Well keep on fighting here in Vietnam/ While the blood runs down the street like wine.»

black-soldiers

    Ο Charlie Sayles, από τη Μασαχουσέτη, έπαιξε φυσαρμόνικα στο στυλ του Σικάγο μπλουζ. Υπηρέτησε στο Βιετνάμ για δύο χρόνια (1969–1971), στην 101η Αερομεταφερόμενη Μονάδα. Στο τραγούδι Βιετνάμ θυμήθηκε τη μοναξιά και την κόλαση του πολέμου, ενώ αναφερόμενος στην επιστροφή του στην πατρίδα, λέει πως ήταν σαν να πηγαίνει σε ένα άλλο Βιετνάμ:  ‘Ω Βιετνάμ, την Πέμπτη το απόγευμα …Κάτω στην κοιλάδα … Πουλιά στον ουρανό, ουρλιάζουν εκεί ψηλά … Βόμβες μακριά στο βάθος … Όλος μόνος, ολομόναχος, Βιετνάμ, ένα μέρος κόλαση… Ποτέ δεν ξέρεις, που κατευθύνεται η επόμενη σφαίρα. Ένα πολύ αστείο πράγμα, είμαι λυπημένος που λέω αντίο Εδώ κάτω στο Βιετνάμ, στη λάσπη και τη βροχή. Πάω σε ένα άλλο Βιετνάμ τώρα, στην Πόλη. Ο εχθρός είναι ύπουλος…  Δεν μου μοιάζουν, δεν σας μοιάζουν.

«Oh Vietnam, on a Thursday afternoon / Down in the valley… / Birds in the sky, there screeching on high… / Bombs off in the distance… / All alone, all alone Vietnam, hell of a place to be / You never know where the next bullet gonna be / One the funniest thing, your sad when you say goodbye / Down in Vietnam, in the mud and rain / I’m going to another Vietnam now, in the City / The enemy is on the prawl / They don’t look like me, they don’t look like you»

  Το τραγούδι ‘New Vietnam Blues’ (2001) του Ronnie Earl, με τραγουδίστρια την Irma Thomas, αντανακλά στα συναισθήματα των βετεράνων του Βιετνάμ τριάντα χρόνια μετά τον πόλεμο: Ξέρω έναν άνθρωπο που αισθάνεται τόσο άσχημα και θέλω να του δώσω ένα χέρι βοήθειας. Να τον σηκώσω από κάτω, να τον βοηθήσω να βρει την ψυχή του που έχασε στο Βιετνάμ…  Όταν ήρθε στην πατρίδα, δεν τιμήθηκε

«I know a man who feels so low down I want to lend him a helping hand / Just to lift him off the ground, help him find his soul that he lost in Vietnam / I want to let him know he is not all by himself / When he came home he wasn’t honoured… / Vietnam, Vietnam, was a cold place, It won’t let your mind be free / I want to let all you Vietnam Vets know, I want to thank you for your victory / They say you didn’t win the war, little do they know, you won it all by me»

     Αυτό το μικρό αφιέρωμα στο Βιετνάμ δεν θα μπορούσε να κλείσει χωρίς το μπλουζ ‘I Don’t Wanna Go To Vietnam’ μιας εμβληματικής  μορφής, ίσως της μεγαλύτερης τελευταίας, του John Lee Hooker (1917-2001). Του δημοφιλέστερου μουσικού του ηλεκτρικού μπλουζ, επηρεασμένου από τα μπλουζ του Δέλτα, που με τον δικό του τρόπο έπαιξε την κιθάρα:  ‘Κάθομαι εδώ κάτω  και σκέφτομαι, δεν θέλω να πάω στο Βιετνάμ…  Έχω όλα αυτά τα προβλήματα στο σπίτι,  δεν θέλω να πάω στο Βιετνάμ. Διαβάζω τις ειδήσεις κάθε μέρα, διαβάζω για το Βιετνάμ… έχω πολλούς φίλους στο Βιετνάμ, που μπορεί να μην τους δω ποτέ ξανά…’

«Sittin’ down here thinkin’, I don’t wanna go to Vietnam… / I have all these troubles at home, I don’t wanna go to Vietnam / I read the news every day, I read about Vietnam… / I got so much friends in Vietnam, I might not never see them no more / Sittin’ here thinkin’ thinkin’, thinkin’, I don’t wanna go to Vietnam / You men in the street have so much trouble of their own / Why they wanna fight in Vietnam, have mercy /Lord have mercy, Lord have mercy, don’t let me go to Vietnam / I have my wife and my family, I don’t wanna go to Vietnam /We got so much trouble at home, we don’t need to go to Vietnam / Yeah yeah, there’s a whole lot of trouble right here at home / Don’t need to go to Vietnam, we outta stay at home / Stay out of trouble, I don’t wanna go, I don’t wanna go Vietnam»

Βιβλιογραφία

v  Charters Samuel: Η ποίηση των μπλουζ. Μετάφραση: Ελένη Πουλλά. Εκδόσεις Απόπειρα. 1982. Αθήνα.

v  Oliver Paul: Blues Fell This Morning: Meaning in the Blues. Cambridge University Press; 2nd edition. 1990.

v  Russel Tony: The Blues: From Robert Johnson to Robert Cray. Schirmer Trade Books.  1998.

v  Davis, Francis: The History of the Blues: The Roots, The Music, The People. Da Capo Press. 2003.

v  Sheldon Harris: Blues who is who: a biographical dictionary of Blues. Arlington House. 1979.

v  Russel Tony, Smith Chris: The Penguin Guide to Blues Recordings. Penguin Books. 2006.

ola