VINYL: Ιστορίες δισκογραφικής τρέλας

Ήχοι ανήσυχοι - Για τη μουσική που δεν μας αφήνει σε ησυχία

βινιλ3
Γράφει ο Μιχάλης Παπαμακάριος - Ήχοι Ανήσυχοι - 22/08/2016

Ίσως είναι η πρώτη φορά που ένα σήριαλ προκαλεί τόσο μεγάλη συζήτηση στα πλαίσια των μουσικόφιλων και ειδικά των οπαδών της ροκ. Το Vinyl, η συν-δημιουργία και συμπαραγωγή των Μικ Τζάγκερ, Μάρτιν Σκορτσέζε, Rick Cohen και Terence Winter, για πρώτη φορά στην ιστορία των σειρών καταπιάνεται τόσο επιτυχημένα με τη μουσική βιομηχανία και τον κόσμο της. Η ιδέα που αρχικά προοριζόταν γα ταινία, οδήγησε σε μία σειρά που παρουσιάζει ένα ολόκληρο, διακριτό σύμπαν από στελέχη και υπαλλήλους δισκογραφικών, μουσικούς, ατζέντηδες, διοργανωτές συναυλιών, καλλιτεχνικούς διευθυντές, φωτογράφους, παραγωγούς του ραδιοφώνου, οπαδούς συγκροτημάτων, γκρούπις και βέβαια μαφιόζους, οι οποίοι σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις των ρομαντικών, συνοδεύουν τη δισκογραφία από γεννησιμιού της.

Η σειρά τοποθετείται χρονολογικά το 1973, στη φάση της λεγόμενης πετρελαϊκής κρίση και η δισκογραφία συναντά τα δικά της κρισιακά προβλήματα. Αρκετά συμβολικό το έτος μιας και το βινύλιο είναι παράγωγο του πετρελαίου. Ο τόπος η Νέα Υόρκη, άλλωστε δεν θα μπορούσε να είναι άλλος. Πόλη χωνευτήρι ήχων και μουσικών αισθητικών και επίκεντρο της αμερικανικής μουσικής βιομηχανίας. Η φάση, ίσως η καλύτερη γι’ αυτό που έχει ονομαστεί σύγχρονη μουσική, το ροκ στην ωριμότητα του πριν αρχίζει να βαριέται τον εαυτό του και να κάνει τους ακροατές του να βαριούνται και αυτοί, το πανκ που έρχεται με φόρα, η ντίσκο που αρχίζει να κυριαρχεί, το hip hop που παραφυλά στα στενά σοκάκια και τα απομονωμένα στέκια των γκέτο του Χάρλεμ και του Μπρονξ, η reggae που γίνεται γνωστή στο δυτικό κόσμο. Οι Led Zeppelin, o Bowie, οι New York Dolls, ο Kool Herk, ο Lennon, ο Gram Parsons, o Stephen Stills, o David Cassidy, ο Marley, ο Alice Cooper, ο Elvis, οι Velvet Underground και βέβαια ο Andy Warhol, παρελαύνουν εικονικά, μεταξύ άλλων, στα δέκα επεισόδια της σειράς, ενώ το νήμα με το τότε παρελθόν κρατάνε ο Eddie Cochran, ο Little Richard, ο Howlin Wolf, o Buddy Holly, ο Jerry Lee Lewis, ο Tony Bennet, o Otis Redding και η Billie Holiday, με τις εμφανίσεις τους σε συμβολικά σημεία της πλοκής.

βινιλ2

Οι δημιουργοί του Vinyl παίζουν το στοίχημα της συγκινησιακής έντασης με όσους, είτε έζησαν εκείνη την εποχή και τα ακούσματά της, είτε τα λάτρεψαν κατόπιν και το κερδίζουν άνετα. Το σήριαλ κατά μια έννοια αποτελεί ένα ιδεατό βίντεο-κολάζ της μουσικής του δυτικού κόσμου των τελευταίων 50 – 60 χρόνων μέχρι την χρονολογική του τοποθέτηση. Ένα «οπτικοποιημένο σάουντρακ» όλων αυτών που καλώς ή κακώς σφράγισαν τη μουσική που ακούμε μέχρι σήμερα. Αξίζουν συγχαρητήρια σε αυτό το κομμάτι της παραγωγής τόσο για τη δουλειά στο καστ όσο και στη σκηνοθεσία. Σκηνές σαν το πέρασμα των Led Zeppelin στο ιστορικό τους live στο Madison Square Garden ή τα πλάνα του Live των New York Dolls δια χειρός Σκορτσέζε βέβαια, υπογραμμίζουν μια τέτοια εκτίμηση.

Το πρώτο δίωρο επεισόδιο σκηνοθετημένο από τον ίδιο το Σκορτσέζε είναι μια οπτική και ακουστική απόλαυση. Ο Σκορτσέζε είναι σαν να προσπαθεί να μας υπενθυμίσει τί ταινίες έχει γυρίσει. Γυρίσματα και κινηματογραφική αισθητική που σε παραπέμπουν άλλοτε στο «Κακόφημοι Δρόμοι», άλλοτε στα «Καλά Παιδιά» και άλλοτε στον «Ταξιτζή», πλημμυρισμένα από μπλουζ, ροκ και σόουλ πρώτης γραμμής σε κάνουν να σκεφτείς: «Γιατί δεν έζησα σε εκείνη τη πόλη εκείνη τη περίοδο….». Ο Σκορτσέζε άλλωστε δεν είναι χτεσινός στη κινηματογραφική απεικόνιση της ροκ μουσικής. Το 1978 με το ντοκιμαντέρ «The Band» είχε καταθέσει νωρίς, νωρίς τα διαπιστευτήριά του, ενώ το 1987 είχε σκηνοθετήσει το Bad του Michael Jackson.

Η σειρά αναδεικνύει το ταλέντο του πρωταγωνιστή Robert «Bobby» Cannavale στο ρόλο του Richie Finestra όσο και του υιού Τζάγκερ James και της Olivia Wild, η οποία σημειωτέον είναι φωτογράφος και σκηνοθέτης και στη πραγματική ζωή, τελευταία μάλιστα σκηνοθέτησε το βίντεο κλιπ του Dark Necessities των Red Hot Chili Peppers.

βινιλ1

Ωστόσο όλα αυτά τα πολύ σημαντικά και καλλιτεχνικά απολαυστικά δεν είναι τα βασικά συστατικά που προκάλεσαν αυτή εδώ τη στήλη να ασχοληθεί με το Vinyl. Το βασικό είναι η ίδια η ιστορία του, που είναι η ιστορία της ίδιας της δισκογραφικής βιομηχανίας χωρίς ρομαντισμούς και φτιασίδια. Ο πρωταγωνιστής, πρόεδρος της δισκογραφικής American Century είναι η προσωποποίηση της ίδιας της δισκογραφίας και της πορείας της στο άγριο πέλαγος του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Παρακολουθούμε τη πορεία του από νέο και ονειροπόλο μπάρμαν σε μπλουζ μπαρ, σε εξελισσόμενο παραγωγό της δισκογραφίας. Αναγνωρίζουμε το «αυτί» και την ικανότητά του να συλλαμβάνει αυτό που πραγματικά έχει κάτι να πει. Ο Finestra είναι εκπρόσωπος μιας ολόκληρης περιόδου της δισκογραφίας, τότε που τα ηνία δεν τα είχαν ακόμη οι executives και οι λογιστές, αλλά άνθρωποι που ήξεραν και άκουγαν μουσική. Το κατείχαν το πράγμα και για αυτό το λόγο, παρόλο που πάντα η δισκογραφία ήταν μια βαριά κερδοσκοπική βιομηχανία, μπορούσε να λειτουργεί από στοιχειωδώς έως πολύ καλά και στoν δημιουργικό τομέα. Παρακολουθούμε τη μεταμόρφωση του Finestra μέσα από τα συνεχή φλασμπάκ, μια μεταμόρφωση σαν και αυτή του Μάικλ Κορλεόνε στο Νονό του Κόπολα. Ένας ήρωας που δεν θέλει αρχικά να γίνει αυτό που θα γίνει, αλλά γίνεται. Παρακολουθούμε έναν εγωπαθή υπολογιστή, έναν ψυχρό αριβίστα, που καταστρέφει σχέσεις, φιλίες, συνεργασίες και οικογένεια και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ακόμη και τη γυναίκα της ζωής του για την εταιρεία. Το παν είναι η εταιρεία και το όραμά του για αυτήν. Η σκιαγράφηση του πρωταγωνιστή δανείζεται στοιχεία από τις γκανγκστερικές ταινίες με αρκετή επιτυχία, φτιάχνοντας ένα χαρακτήρα που σε προκαλεί να συμπαθήσεις αυτόν και το σκοπό του. O Richie Finestra είναι αυτό που λέμε ένα «αξιολάτρευτο κάθαρμα».

βινιλ4

Κατά τη διάρκεια της αφήγησης βλέπουμε όλα τα συστατικά της επιτυχίας και της «παλιάς καλής εποχής». Το μιζάρισμα των ραδιοφωνικών παραγωγών, τα λογιστικά τερτίπια για να μην πληρώνονται τα συγκροτήματα, την εκμετάλλευση των μουσικών, τα τρικ στα συμβόλαια, τη σχέση με τα ΜΜΕ και βέβαια το ρόλο της μαφίας. Ποιος ξέρει, ίσως τώρα που η παλιά μορφή της δισκογραφικής βιομηχανίας πεθαίνει, δεν πειράζει να αναδείξουμε τη βρώμα της. O πρωταγωνιστής λοιπόν, κατανοεί τη δυναμική του ανερχόμενου πανκ, όπως αυτή καταγράφεται στο σήριαλ από τους Nasty Bits και κάνει αυτό που πάντα έκανε και κάνει η δισκογραφία, με εξαίρεση κάποιες περιπτώσεις από το χώρο των ανεξάρτητων ετικετών: Τους δίνει δικαίωμα ύπαρξης στο δισκογραφικό στερέωμα παρεμβαίνοντας ταυτόχρονα βίαια και εργοδοτικά στην ίδια τη μπάντα, άλλοτε με δημιουργικό και άλλοτε με καταστροφικό τρόπο.

Η σειρά εξελίσσεται σαν μείγμα αστυνομικού σήριαλ, γκανγκστερικού δράματος και ροκ όπερας, με τις απαιτούμενες δόσεις σεξ και ναρκωτικών τόσο γιατί αυτά αφορούσαν μια πραγματική διάσταση της κατάστασης, όσο και για να τηρηθεί και το μυθικό τρίπτυχο του rock n’ roll. Η πλοκή κρατά το θεατή, αν εξαιρέσει κανείς μια «κοιλιά» που κάνει κάπου στη μέση, η οποία πιθανόν να συνδέεται και με τις διαφωνίες που προέκυψαν για την εξέλιξη της σειράς, γεγονός που έκανε το Σκορτσέζε να μην σκηνοθετήσει άλλα επεισόδια ενώ αρχικά είχε προγραμματιστεί το αντίθετο. Τα περάσματα των μουσικών του παρελθόντος (για το σήριαλ) χρόνου, συνδέονται με τη πλοκή, σημείο αρκετά ενδιαφέρον, ενώ στο όγδοο επεισόδιο οι θεατές παρακολουθούν ένα πραγματικά αποκαλυπτικό σεμινάριο για τα θεμέλια της ποπ και του ροκ. Το φινάλε του πρώτου κύκλου είναι πραγματικά πολύ καλό, ο πρωταγωνιστής δείχνει να καταφέρνει να εκμεταλλευτεί και να αλλοιώσει φυσικά την ωμή δύναμη του πανκ δίνοντας ανάσα ζωής στην εταιρεία και οι θεατές περιμένουν με αγωνία τον δεύτερο κύκλο για να δουν τη κατάληξη του δράματος. Η HBO όμως αποφάσισε η σειρά να μην συνεχιστεί γιατί οικονομικά ήταν ασύμφορη και δεν «περνούσε» στο νεανικό κοινό. Λογικό αν σκεφτεί κανείς πώς μαθαίνει να ακούει μουσική και να βλέπει σειρές μια ολόκληρη γενιά. Έτσι λοιπόν μια σειρά που ξέφυγε από τα συνήθη «τρία Μ» των σύγχρονων σήριαλ (Μεταφυσική – Μεσαίωνας – Μπάτσοι) δεν θα συνεχίσει τη πορεία της εκτός απροόπτου. Σε κάθε περίπτωση είναι μια σειρά που έστω και ανολοκλήρωτη αξίζει τη θέαση όλων των μουσικόφιλων. Η διακοπή της δεν μπορεί να αλλοιώσει τη σημασία της, καλλιτεχνική και ουσιαστική. Όσες και όσοι έχουν δει ήδη το 1ο κύκλο δεν έχουν μετανιώσει καθόλου για αυτό…