Από τον δανεισμό, στον εκπατρισμό αρχαιοτήτων, μια αγορά δρόμος

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος

| 16/12/2020

Νόμος του κράτους έγινε πλέον ο δανεισμός αρχαιοτήτων στο εξωτερικό με το «φαραωνικό» χρονοδιάγραμμα των 25 ετών και με δυνατότητα πενταετών παρατάσεων μέχρι 25 χρόνια επιπλέον.

Η δίκαιη οργή που προκάλεσε η παραπάνω πρόβλεψη στο νομοσχέδιο του υπουργείου Πολιτισμού για την «Αναδιοργάνωση του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων» άφησε, αντικειμενικά σε έναν βαθμό, στην «σκιά» το γεγονός, ότι ο δανεισμός και η εξαγωγή αρχαιοτήτων είναι διαχρονική, στρατηγική επιλογή του ελληνικού κράτους και κομβικό στοιχείο της κυρίαρχης, εμπορευματικής αντίληψης για τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Στρατηγική επιλογή που εκπορεύεται από τις ανάγκες αύξησης της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου της ΕΕ. Από αυτή την άποψη, η δυνατότητα εκπατρισμού αρχαιοτήτων για μισό αιώνα, συνιστά την προαναγγελθείσα κατάληξη(;) ενός διαρκούς πολιτιστικού εγκλήματος.

 

Στρατηγική επιλογή

 

Όπως έχει αναδείξει το Περιοδικό και στο πρόσφατο παρελθόν, με αφορμή την προσωρινή επιστροφή από την Γαλλία τμήματος μετόπης του Παρθενώνα, τον Σεπτέμβριο του 2019, ο δανεισμός αρχαιοτήτων, όχι μόνο συνιστά παλιά τακτική της κρατικής πολιτιστικής πολιτικής, αλλά αναβαθμίστηκε, ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, και ως «αντίδωρο» για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα.

Φυσικά, είναι εύλογο ότι σε μια τέτοια περίπτωση, ο εκπατρισμός του «αντίδωρου» δεν θα είναι «μόνο» 50 χρόνια.

Στην προσπάθειά του να τεκμηριώσει την ορθότητα της επιλογής του για εκπατρισμό αρχαιοτήτων επί 50 χρόνια, το υπουργείο Πολιτισμού εξέδωσε ένα δελτίο Τύπου που συνοψίζει αυτή την διαχρονική πολιτική.

«Η στρατηγική με την οποία η Ελλάδα ξανασυστήνεται στον κόσμο, περιλαμβάνει και τη δυνατότητα ελληνικά έργα τέχνης να μπορούν να εκτεθούν, με φροντίδα και ασφάλεια, σε διάφορες γωνιές του κόσμου» αναφέρει εισαγωγικά το υπουργείο, με τον όρο «στρατηγική» να τεκμηριώνει τη διαχρονικότητα αυτής της επιλογής.

«Στο πλαίσιο αυτό, η ρύθμιση για δυνατότητα δανεισμού κινητών μνημείων από τα ελληνικά μουσεία για 25 χρόνια – με δυνατότητα παράτασης για επιπλέον 25 χρόνια – ενισχύει την εξωστρέφεια του ελληνικού πολιτισμού» συνεχίζει το υπουργείο, με την επανάληψη του όρου «εξωστρέφεια» να τον καθιστά μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μπαλαφάρες της εγχώριας αστικής πολιτικής ρητορικής.

«Η Ελλάδα διεθνώς αναγνωρίζεται ως πρωτεύουσα δύναμη στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς. Θεωρούμε επιβεβλημένο λοιπόν να προβάλλομε τον ελληνικό πολιτισμό σε όλο τον κόσμο. Ιδιαίτερα μάλιστα σε περιοχές που υπάρχει έντονο το ομογενειακό στοιχείο, (Αυστραλία- ΗΠΑ) και δεν είναι το ίδιο εύκολο με κάποιον που μένει στην Ευρώπη, να επισκεφθεί την Ελλάδα. Οπότε με αυτό τον τρόπο ενισχύεται η ταυτότητα της ομογένειας, αναδεικνύεται με τον καλύτερο τρόπο το συγκριτικό πλεονέκτημα της πατρίδας της και έρχονται σε επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό, άνθρωποι σε όλο τον κόσμο.».

Πρόκειται για λογικό άλμα. Διότι, δεδομένου ότι και για έναν Έλληνα είναι εξαιρετικά δύσκολο να ταξιδέψει στην Κίνα για να θαυμάσει από κοντά τον Στρατό από τερακότα του πρώτου Κινέζου αυτοκράτορα Τσιν Σι Χουάνγκ, δεν υπάρχει κανένα θέμα, σύμφωνα με την λογική του υπουργείου, να απαιτηθεί – γιατί όχι; – από το Πεκίνο, ο δανεισμός του σπουδαίου ευρήματος, για καμιά πενηνταριά χρόνια, για διεθνή «τουρνέ» σε μουσεία και αρένες. Άσε δε που το κινεζικό ομογενειακό στοιχείο στην Ελλάδα ανθεί.

 

Μουσεία – Franchise

 

Η συνέχεια του δελτίου Τύπου όμως είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα: «Η ρύθμιση αφορά καταρχήν στο Μουσείο Μπενάκη, το οποίο έχει ήδη προσεγγιστεί από το Ελληνικό Μουσείο της Μελβούρνης – την τρίτη πόλη στον κόσμο με ομογενειακό πληθυσμό – προκειμένου να συστεγαστεί σε νέο κτήριο το οποίο κατασκευάζεται επί τούτου με τον διακριτό τίτλο “Μουσείο Μπενάκη Μελβούρνης”. Στην πραγματικότητα δημιουργείται ένα μίνι Μουσείο Μπενάκη με εκπροσώπηση όλων των συλλογών του – αντίστοιχου του αθηναϊκού – με αντικείμενα προερχόμενα από τις αποθήκες του.».

Σε αυτό το σημείο αξίζει μια παρένθεση, η οποία θα αναδείξει τον αγοραίο χαρακτήρα της κυρίαρχης πολιτιστικής πολιτικής. Η τακτική δημιουργίας παραρτημάτων μουσείων στο εξωτερικό ξεκίνησε από τα μεγάλα μουσεία όπως το Λούβρο, που εγκαινίασε το παράρτημά του στο Άμπου Ντάμπι το 2017, αλλά και το Ερμιτάζ, το οποίο σύναψε συμφωνία για τη δημιουργία παραρτήματος στο Λας Βέγκας, ήδη από το 2000, μαζί με το γερμανικό Μουσείο Γκούγκενχάιμ.

Για να συμβεί αυτό όμως, προϋποθέτει την επιχειρηματική λειτουργία των μουσείων, έτσι ώστε να μην υπόκεινται πλήρως στους περιορισμούς της νομοθεσίας για την πολιτιστική κληρονομιά των χωρών προέλευσης, να είναι πιο «ευέλικτα» στην πολιτιστική «αγορά» και να μπορούν να διαχειρίζονται τα «προϊόντα» τους, εν προκειμένω τις συλλογές τους, με αγοραίους όρους.

Για τα ξένα μουσεία αυτό είναι πιο απλό, αφού αποτελούν όντως ξεχωριστές «επιχειρήσεις». Για την Ελλάδα, όμως, τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα, αφού τα μουσεία επί το πλείστον είναι «δεμένα» με τους αρχαιολογικούς χώρους τους οποίους αναδεικνύουν και, κατά συνέπεια, με την Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Αυτός λοιπόν ο «χαλκάς» – όπως τον αντιλαμβάνεται το αστικό κράτος – του δημόσιου χαρακτήρα των μουσείων, έπρεπε να φύγει. Και η μέθοδος ήταν το «στρίβειν» διά της μετατροπή των κρατικών μουσείων σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Καθεστώς το οποίο ουσιαστικά τα αποκόβει από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, στο όνομα, όπως είπαμε, της «ευελιξίας», της «αυτονομίας» και της «αυτοτέλειάς» τους.

Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι τα μουσεία θα οφείλουν να αναζητούν μόνα τους πηγές εσόδων, λειτουργώντας πλέον με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και αναπτύσσοντας κάθε είδους δραστηριότητες, προκειμένου να προσελκύσουν περισσότερους «πελάτες», σε βάρος της πραγματικής αποστολής τους που θα έπρεπε να είναι η συμβολή τους στην άνοδο του πολιτιστικού – μορφωτικού επιπέδου του λαού.

Το νέο νομικό καθεστώς των κρατικών μουσείων εγκαινιάστηκε με το Νέο Μουσείο Ακρόπολης, ξεσηκώνοντας τις σφοδρές αντιδράσεις της αρχαιολογικής κοινότητας. Σειρά όμως έχουν και άλλα κρατικά μουσεία.

Τα μουσεία όμως δεν είναι «μαγαζιά». Γι’ αυτό και στην ημερίδα που πραγματοποίησε τον Ιούλιο του 2008 ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, ακριβώς για το ρόλο των δημόσιων μουσείων, διασαφηνίστηκε η μεγάλη διαφορά που διέπει τα μουσεία χωρών όπως η Ελλάδα, από τα ξένα μουσεία – «συλλέκτες» που δεν έχουν τοπικές αναφορές και, συνήθως, αν όχι αποκλειστικά, συγκροτούν τις συλλογές τους από παλιές και νέες λεηλασίες και αρχαιοκαπηλικά κυκλώματα.

Τα μνημεία, λοιπόν, «είναι η υλική μαρτυρία του κοινού παρελθόντος, τα υλικά πυκνώματα της συλλογικής μας μνήμης. Η διαρκής ανάγκη του ανθρώπου να αναζητά τις ρίζες του και να ψάχνει το παρελθόν του στο πλαίσιο της αυτογνωσίας του συνιστά επαρκή αιτία για τη διατήρηση των μνημείων και επομένως για τη λειτουργία ενός φορέα για την προστασία τους», σημείωναν οι αρχαιολόγοι, αναφερόμενοι απευθείας στην Αρχαιολογική Υπηρεσία.

»Στην Ελλάδα, μόνο δύο μουσεία, το Εθνικό Αρχαιολογικό και το Βυζαντινό, είναι αποτέλεσμα της ταξινομητικής και συγκεντρωτικής αντίληψης του 19ου αιώνα». Όλα τα άλλα «είναι συνδεδεμένα με συγκεκριμένους αρχαιολογικούς χώρους (Δελφοί, Ολυμπία κλπ.) ή με περισσότερους από έναν χώρους μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής ενότητας, άλλοτε μεγάλης (Μακεδονία: Αρχαιολογικό μουσείο Θεσσαλονίκης, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού κλπ.) ή πολύ μικρότερης (Μουσείο Ναυπλίου, Πατρών κλπ.)». Πλέον, «μουσείο είναι κάθε αρχαιολογικός χώρος στην ολότητά του, η οποία περιλαμβάνει τόσο τα κινητά ευρήματα όσο και τα ακίνητα μνημεία του που αποτελούν ένα αδιάσπαστο ιστορικό και πολιτισμικό σύνολο (…) Η διαχείριση κάθε τέτοιου μνημειακού συνόλου δεν μπορεί παρά να είναι ενιαία και να εκφράζεται με έναν μόνο φορέα, μια εξειδικευμένη μονάδα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας».

 

Δύο αντιλήψεις σε σύγκρουση

 

Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις για τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς: Αυτή του αστικού κράτους, που αντιλαμβάνεται τον πολιτισμό ως σημαντικό μέρος της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας του κεφαλαίου και εκείνη που αντιλαμβάνεται τον πολιτισμό ως κοινωνικά παραγόμενο πνευματικό πλούτο που πρέπει να επιστρέψει σε εκείνους που τον παράγουν.

Έτσι, με αφορμή το παράρτημα που θέλει να στήσει το Μουσείο Μπενάκη στο εξωτερικό, το υπουργείο βρίσκει την ευκαιρία να εισαγάγει στην ελληνική κρατική πολιτιστική νομοθεσία, την ολοκλήρωση της ιδιωτικοοικονομικής διαχείρισης των μουσειακών συλλογών. Η οποία πηγάζει ως στρατηγική επιλογή της Ευρωπαϊκής ένωσης.

Σημειώνει σχετικά το υπουργείο: «Τα μουσεία της χώρας μας διαθέτουν μερικές δεκάδες εκατομμύρια κινητά μνημεία, τα οποία φυλάσσονται στις αποθήκες τους. Από αυτά, κάποια, που επιλέγονται από τα ίδια τα μουσεία και αφού τύχουν της έγκρισης των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και φυσικά του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, σε απόλυτη εφαρμογή των διατάξεων του αρχαιολογικού νόμου (ν. 3028/2002), θα μπορούν να εκτίθενται ως ενιαία συλλογή με μακροχρόνιο δανεισμό σε μουσεία ή εκθεσιακούς χώρους του εξωτερικού διατηρώντας απαραιτήτως την ονομασία του μουσείου που δανείζει τα αντικείμενά του.».

Διότι, ως γνωστόν, το «εμπορικό σήμα» είναι αυτό που φέρνει τα φράγκα.

«Είναι κάτι που έχουν κάνει μεγάλα μουσεία στον κόσμο, όπως το Μουσείο του Λούβρου. Υπό μία έννοια το Μουσείο Μπενάκη Μελβούρνης αντιστοιχεί στο Μουσείο του Λούβρου στο Αμπου Ντάμπι», ομολογεί το υπουργείο και προσθέτει με προσποιητή – και κυνική – αφέλεια: «Είναι προτιμότερο τα κινητά μνημεία να μένουν “ξεχασμένα” στις αποθήκες των μουσείων μας, από το να αποτελούν τους πρέσβεις της Ελλάδας στο εξωτερικό; Είναι προτιμότερο να μένουν αφανή και άγνωστα στις αποθήκες, από το να γίνονται αντικείμενα θαυμασμού και ψυχαγωγίας σε φίλιες χώρες λάτρεις του ελληνικού πολιτισμού;».

Πρόκειται για χυδαίο ψευτοδίλημμα. Λες και οι αρχαιότητες είναι ένα «βάρος» από το οποίο πρέπει να απαλλαγούμε, με το αζημίωτο φυσικά, ή επειδή… μας «περισσεύουν».

Η απάντηση λοιπόν είναι «όχι» και στα δύο. Είναι προτιμότερο το υπουργείο, σε συνεργασία και με επικεφαλής την Αρχαιολογική Υπηρεσία, να επεξεργαστούν τρόπους προβολής αυτού του πλούτου στον ελληνικό λαό και τους ξένους επισκέπτες, με πλήρη και απόλυτο δημόσιο έλεγχο και χαρακτήρα.

 

Στο βάθος… ΝΠΔΔ

 

Αυτός ακριβώς ο χαρακτήρας βάλλεται και με τον εν λόγω νόμο. Μετά τις αντιδράσεις που προκάλεσε η αρχική πρόβλεψη για δυνατότητα εξαγωγής αρχαιοτήτων… ακόμη και επί 100 χρόνια, το υπουργείο επανήλθε με την διάταξη για τα 50 χρόνια. Με αφορμή την τροποποίηση αυτή, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων ανέδειξε την υπονόμευση της δημόσιας διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ειδικότερα ο ΣΕΑ ανέφερε, ότι η νέα εκδοχή «αλλάζει συνολικά το ισχύον άρθρο 45 του Αρχαιολογικού Νόμου!». Και πρόσθεσε: «Είναι εύλογη η υπόνοια ότι η αιφνίδια αλλαγή του άρθρου εξυπηρετεί την κυβερνητική εξαγγελία της αλλαγής της νομικής μορφής των μεγάλων δημόσιων Μουσείων (με τη μετατροπή τους σε ΝΠΔΔ με διορισμένα ΔΣ).»

Οι αρχαιολόγοι πρόσθεταν, ότι στη νέα μορφή του άρθρου «εισάγεται η πιστοποίηση των μουσείων, δημόσιων και ιδιωτικών, με μόνο τρία βασικά κριτήρια (παρ. 3), που δεν αντιστοιχούν στο σύνολο των λειτουργιών που εξυπηρετεί ένας μουσειακός οργανισμός σύμφωνα με τα διεθνή κριτήρια, ενώ ανοίγει το θέμα της διατήρησης ή μη των μουσείων σε λειτουργία (παρ. 5), με βάση τα ίδια κριτήρια». «Εν ολίγοις, ανοίγει το δρόμο ώστε να πάψουν να λειτουργούν, και με τη βούλα του νόμου, τα μουσεία των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠΠΟΑ που δεν έχουν στηριχτεί από το ΥΠΠΟΑ ώστε να έχουν επαρκές τακτικό προσωπικό για τη λειτουργία και την εξωστρέφειά τους!(…)».

Περισσότερα επί του θέματος μπορείτε να διαβάσετε και ΕΔΩ

 

Τα διαχρονικά, αγοραία αφηγήματα μιας επικίνδυνης πολιτικής

 

Μπορεί η στρατηγική να είναι μία, αλλά το πολιτικό πλασάρισμά της παρουσιάζει αξιοσημείωτη γκάμα. Για παράδειγμα, από τον Απρίλιο του 2011 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2012, είχαν βγει από την Ελλάδα με προορισμό δύο εκθέσεις στο εξωτερικό, πάνω από χίλια (1.000) αρχαία αντικείμενα: Τουλάχιστον 500 αρχαιότητες για την έκθεση «Από τον Ηρακλή στον Αλέξανδρο: Ο θρύλος της Μακεδονίας ενός ελληνικού βασιλείου την εποχή της Δημοκρατίας» που διοργανώθηκε στο Μουσείο Ashmolean του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (6/4-29/8) και πάνω από 600 αρχαιότητες για την έκθεση «Αρχαία Μακεδονία: Στο βασίλειο του Μεγάλου Αλεξάνδρου» στο Λούβρο.

Ο αριθμός ήταν εντυπωσιακός, πολύ περισσότερο που την δεκαετία που προηγήθηκε εκείνης της χρονιάς, ο προσωρινός δανεισμός αρχαιοτήτων για περιοδικές εκθέσεις σε μουσεία του εξωτερικού αυξανόταν, τόσο σε αριθμό αιτημάτων, όσο και σε αριθμό αντικειμένων.

Ο τότε υπουργός Πολιτισμού, Π. Γερουλάνος, είχε πει, ότι αυτοί οι δανεισμοί θα «ξυπνήσουν» «το ενδιαφέρον των επισκεπτών να επισκεφθούν την πατρίδα μας και να γνωρίσουν καλύτερα τον τόπο που γέννησε αυτόν τον πολιτισμό». Και ότι «αυτό είναι το απόλυτο ζητούμενο για ό,τι κάνουμε σε σχέση με τον αρχαίο αλλά και σύγχρονο πολιτισμό μας: Η εξωστρέφεια και η ενίσχυση της ικανότητάς μας να παρεμβαίνουμε στον παγκόσμιο πολιτισμικό διάλογο με ισχυρό τρόπο».

Το 2008 ακούστηκε άλλο επιχείρημα. Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο συζητούσε τις αρχαιολογικές εκθέσεις που διοργάνωνε η Γενική Γραμματεία Ολυμπιακής Αξιοποίησης στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου. Σε εκείνη τη συνεδρίαση ακούστηκε ότι η μεγάλη εξαγωγή αρχαιοτήτων μας για εκθέσεις στο εξωτερικό αποτελεί πολιτική επιλογή χρόνων… λόγω του μεγάλου κόστους διοργάνωσης εκθέσεων στο εσωτερικό!

Τότε το ΚΑΣ ενέκρινε το δανεισμό 167 αρχαιοτήτων από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, μεταξύ των οποίων 16 που θεωρούνταν… «αμετακίνητες», δηλαδή που απαγορεύονταν η εξαγωγή τους λόγω σπανιότητας, σημασίας, ή κατάστασης διατήρησης.

Υπάρχει και η πολιτική – διπλωματική πλευρά. Το 2002 το ΚΑΣ ενέκρινε το δανεισμό αρχαίων έργων στο ίδρυμα «Αλέξανδρος Ωνάσης» στη Ν. Υόρκη με αφορμή την έκθεση «Σιωπηλοί Μάρτυρες». Η συμμετοχή της Ελλάδας στην έκθεση ανακοινώθηκε από τον τότε υπουργό Πολιτισμού, Ε. Βενιζέλο, αμέσως μετά την επιστροφή του από τις ΗΠΑ… και πριν τη γνωμοδότηση του ΚΑΣ. Οταν μέλη του συμβουλίου διατύπωσαν προβληματισμούς για τους κινδύνους που διατρέχουν οι αρχαιότητες από τέτοια ταξίδια, ο επιστημονικός σύμβουλος της έκθεσης απάντησε ότι το θέμα είναι «και πολιτικό» και πως «ειδικά αυτή την περίοδο» η Ν. Υόρκη είναι «πιο ασφαλής από ποτέ». Εννοούσε φυσικά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001.

Προέκυψε λοιπόν η «χρησιμότητα» των εξαγωγών αρχαιοτήτων και σε διπλωματικό επίπεδο, ιδιαίτερα όταν αυτό αφορά στις σχέσεις με ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς πόλους.

Η «γκάμα» των επιχειρημάτων του αστικού κράτους για δανεισμούς αρχαιοτήτων στο εξωτερικό είναι πλούσια. Το 2002, λ.χ., το ΚΑΣ ενέκρινε την εξαγωγή 113 αρχαίων έργων τέχνης από 12 μουσεία μας για την έκθεση «Ελληνικός Κλασικός Πολιτισμός» στο Βερολίνο. Τότε το ΥΠΠΟ παρουσίαζε την εξαγωγή ως… «αναθέρμανση» των κλασικών σπουδών που περνούν «κάμψη»…

Οι αντιρρήσεις στο συμβούλιο βασίστηκαν σε δύο επιχειρήματα: Στο διαχρονικό, για την ασφάλεια, και στο ότι οι Γερμανοί απαιτούν πολλά, αλλά είναι φειδωλοί έως αρνητικοί όταν τους υποβάλλονται ανάλογα αιτήματα, ακόμη – ή κυρίως – και όταν αυτά αφορούν σε κλεμμένες ελληνικές αρχαιότητες που βρίσκονται στα μουσεία τους. Οι αντιδράσεις των αρχαιολόγων για εκείνη την έκθεση ξεκίνησαν από το 1999 – οπότε είχε τεθεί το αίτημα από τους Γερμανούς – και κατάφεραν έστω να μειωθούν λίγο τα δανειζόμενα αντικείμενα.

Ο τότε υπουργός Πολιτισμού Ε. Βενιζέλος, προσπάθησε να «διασκεδάσει» τους φόβους για τους κινδύνους που απειλούν τις αρχαιότητες κατά τις μετακινήσεις τους, ως εξής: «Στην εποχή μας κίνδυνοι υπάρχουν και για τα αντικείμενα που είναι στα μουσεία, διότι μπορεί να έχουμε μια φυσική καταστροφή, μια θρασεία απόπειρα διάρρηξης κλπ., αλλά μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η μεταφορά από την Αθήνα στο Βερολίνο, νομικά και πραγματικά, δε διαφέρει σε τίποτα με τη μεταφορά μεταξύ Αθηνών και Θεσσαλονίκης».

Το πρώτο μέρος της δήλωσης είναι «λογικό άλμα» διότι υπάρχει και η περίπτωση… να πέσει μετεωρίτης στον πλανήτη. Το δεύτερο μέρος είναι πιο ενδιαφέρον, αφού δείχνει ότι για το κεφάλαιο και τις κυβερνήσεις του, η μεταφορά πολιτιστικής κληρονομιάς από χώρα σε χώρα της ΕΕ δεν αποτελεί καν «εξαγωγή» αρχαιοτήτων.

 

«Παράπλευροι» κίνδυνοι

 

Για την ιστορία να πούμε ότι τότε, τα γερμανικά ΜΜΕ αποκάλυψαν ότι ένα από τα εκθέματα – ανάγλυφα από αρχαιοελληνικό τάφο του 4ου π.Χ. αι. που όμως ανήκε στο Ιστορικό Μουσείο Τέχνης της Βιέννης, κατά την προετοιμασία του υπέστη σοβαρές ζημιές. Ο καθηγητής Χάιλμάγιερ, υπεύθυνος της έκθεσης, εκτίμησε τότε ότι θα ενισχυθούν οι επιφυλάξεις που υπάρχουν σε όλες τις χώρες για την εξαγωγή αρχαιολογικών θησαυρών για εκθέσεις.

Όπως έδειξε η ζωή, ο καθηγητής έπεσε έξω…

Υπάρχει όμως ακόμη μία σημαντική πλευρά των δανεισμών. Το 2006, κατά τη συζήτηση αιτήματος μουσείου της Ελβετίας για δανεισμό αρχαιοτήτων μας ώστε να συμμετάσχουν σε κοινή έκθεση με αντικείμενα και από άλλα μουσεία διαφόρων χωρών, αναδείχθηκε – εκ νέου – το θέμα της πιθανότητας να συμμετάσχουν ελληνικά μουσεία σε διεθνείς εκθέσεις που θα εμπεριέχουν αντικείμενα αρχαιοκαπηλίας.

Το ελβετικό μουσείο είχε διαβεβαιώσει γραπτώς ότι στην έκθεση δε θα μετέχουν έργα προερχόμενα από ιδιωτικές συλλογές. Ο γνωστός αρχαιολόγος, Γιάννης Σακελλαράκης (έφυγε από τη ζωή το 2010) κατήγγειλε σε επιστολή του, ότι το Μουσείο Ηρακλείου είχε συμμετάσχει σε έκθεση στην Καρλσρούη μαζί με αντικείμενα από άλλους συμμετέχοντες, τα οποία όμως ήταν αποτελέσματα αρχαιοκαπηλίας. Τότε είχε προκύψει ένας μικρός αρχαιολογικός «εμφύλιος» αλλά δεν έχει σημασία.

Σημασία έχει ότι πάντα υπάρχει ο κίνδυνος, ειδικά σε κοινές εκθέσεις, αρχαιότητες από ελληνικά μουσεία να εκτίθενται δίπλα σε αρχαιότητες – ακόμη και από την Ελλάδα προερχόμενες – που να είναι αντικείμενα αρχαιοκαπηλίας.

Βέβαια, για ένα σύστημα που νομιμοποιεί τις ιδιωτικές συλλογές και μετατρέπει την κληρονομιά σε εμπόρευμα, ίσως αυτά να φαντάζουν «λεπτομέρειες». Για τους λαούς όμως που βλέπουν τα υλικά σπαράγματα της συλλογικής μνήμης τους να γίνονται αγοραία αντικείμενα εξυπηρέτησης πολύπλευρων σκοπιμοτήτων, είναι όροι αυτοσυνειδησίας.

*Η φωτογραφία είναι από την έκθεση «Αρχαία Μακεδονία: Στο βασίλειο του Μεγάλου Αλεξάνδρου» στο Λούβρο, το 2012