Αφάντου Ρόδου: Ακόμη ένα «deal» κατά της πολιτιστικής κληρονομιάς και του περιβάλλοντος

Πώς μετατρέπεις έναν αρχαιολογικό χώρο σε «παραθεριστικό χωριό» για την ελίτ

| 28/06/2019

Ακόμη ένα έγκλημα σε βάρος της πολιτιστικής κληρονομιάς και του περιβάλλοντος ολοκλήρωσε η κυβέρνηση, την περασμένη Τετάρτη, με την υπογραφή της σύμβαση πώλησης για το Νότιο Αφάντου στη Ρόδο, έναντι 15,2 εκατομμυρίων ευρώ.

Όπως πληροφορεί το Αθηναϊκό Πρακτορείο, η σύμβαση υπεγράφη από τον εκτελεστικό πρόεδρο του ΤΑΙΠΕΔ, Άρη Ξενόφο και τον νόμιμο εκπρόσωπο της Τ.Ν. Aegean Sun Investments Ltd, Βασίλειο Νικολαΐδη και, σύμφωνα με το Ταμείο, «σηματοδοτεί την εκκίνηση ενός σημαντικού έργου τουριστικής ανάπτυξης στο νησί».

Στο πλαίσιο του Ειδικού Σχεδίου Χωρικής Ανάπτυξης του Δημόσιου Ακίνητου (ΕΣΧΑΔΑ) του Νότιου Αφάντου, στο ακίνητο συνολικής έκτασης 268.651,76 τ.μ., πρόκειται να ανεγερθούν τρία (3) νέα ξενοδοχειακά συγκροτήματα υψηλών προδιαγραφών, καθώς και να δημιουργηθεί παραθεριστικό – τουριστικό χωριό 20 ανεξάρτητων κατοικιών, συμφερόντων της οικογένειας Νικολαΐδη, με προϋπολογισμό που ανέρχεται στο ποσό των 150 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με το επενδυτικό πλάνο της Τ.Ν. Aegean Sun Investment Ltd.

Πριν λίγες μέρες υπεγράφη και η σύμβαση πώλησης για το Golf – Βόρειο Αφάντου μεταξύ ΤΑΙΠΕΔ και M.A. Angeliades Inc, με το οικονομικό κλείσιμο της συναλλαγής, συνολικού τιμήματος 26,9 εκατ. ευρώ, να αναμένεται το επόμενο διάστημα.

Το Αθηναϊκό Πρακτορείο σημειώνει πως, μετά την ολοκλήρωση του διαγωνισμού για την «αξιοποίηση» (sic) των δύο ακινήτων (Βόρειο και Νότιο) στην Αφάντου ακολούθησε η έγκριση από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ενώ πριν την έγκριση του ΕΣΧΑΔΑ, το σύνολο του ακινήτου, καθώς και ευρύτερη έκταση περίπου 10.000 στρεμμάτων χαρακτηρίστηκε ως αρχαιολογικός χώρος.

Εδώ ερχόμαστε στο «ψητό»: «Προκειμένου να διαπιστωθεί η δυνατότητα υλοποίησης του επενδυτικού σχεδίου των προεπιλεγέντων επενδυτών, το ΤΑΙΠΕΔ υπέγραψε Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας με το υπουργείο Πολιτισμού, με αντικείμενο τη διενέργεια προκαταρκτικών δοκιμαστικών τομών με δική του δαπάνη. Καθώς οι τομές δεν κατέδειξαν σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, το Ταμείο ολοκλήρωσε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες προκειμένου να καταστεί εφικτή η ολοκλήρωση της αξιοποίησης των ακινήτων στην Αφάντου Ρόδου».

Τα «μη σημαντικά» αρχαία…

Η παραπάνω παράγραφος από μόνη της, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από μια ακόμη απόδειξη των περίφημων «μνημονίων συνεργασίας» και «συναντίληψης» που είχε εκπονήσει το υπουργείο Πολιτισμού στα μέσα της 10ετίας του 2000, ώστε να «υπαχθεί», ουσιαστικά, η Αρχαιολογική Υπηρεσία, στην καπιταλιστική ανάπτυξη, μέσω των λεγόμενων μεγάλων δημόσιων και ιδιωτικών έργων. Σε συνδυασμό, όμως, με όσα συνέβησαν το 2016, αναδεικνύεται σε ένα ακόμη τεκμήριο του κυνισμού με τον οποίο ο καπιταλισμός και οι κυβερνήσεις του αντιμετωπίζουν τον πολιτιστικό και περιβαλλοντικό πλούτο των λαών. Διότι, το Φεβρουάριο εκείνης της χρονιάς, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της κήρυξης όλης της περιοχής σε αρχαιολογική.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην σχετική υπουργική απόφαση όπως δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ στις 21 Απρίλη του 2016, προβλέπεται η «αναοριοθέτηση του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου Ερημοκάστρου − Τραουνού − Αφάντου, Δήμου Ρόδου, Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου». «Η αναοριοθετηση πραγματοποιείται για λόγους προστασίας του συνόλου των αρχαιοτήτων, που έχουν αποκαλυφθεί στα νότια του λόφου του Ερημοκάστρου Καλυθιών μετά την κήρυξη − οριοθέτηση του ομώνυμου αρχαιολογικού χώρου και την διεξαγωγή νεωτέρων ανασκαφικών ερευνών, όπως εργαστηριακές εγκαταστάσεις, που χρονολογούνται από την ελληνιστική έως την υστερορρωμαϊκή περίοδο, τάφοι λαξευτοί στο βράχο, ελληνιστικών χρόνων, και άλλοι (ενταφιασμοί, εγχυτρισμοί και καλυβίτες) πρωιμότερων και μεταγενέστερων περιόδων».

Όπως έγραφε τότε το Περιοδικό, αυτό που ακολούθησε τις τελευταίες μέρες είναι μια λυσσαλέα αντίδραση στην αναοριοθέτηση από τις τοπικές αρχές, τα αστικά ΜΜΕ, τους τοπικούς βουλευτές και πολιτευτές της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ συμπεριλαμβανομένου και, φυσικά, τους μεγαλο – επενδυτές, οι οποίοι, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από την «επένδυση», αφού, προφανώς, δεν θα μπορούν να κάνουν ό,τι και όπως θέλουν μέσα σε έναν κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο, διότι θα «απαιτείται πλέον για κάθε εκσκαφή να προηγούνται τομές στα οικόπεδα από αρχαιολόγους… “με σκουπάκι”».

Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού, εμφανώς θορυβημένη αφού, χωρίς, φυσικά, να έχει τέτοια πρόθεση… προέκυψε ως «υπερασπιστής» της περιοχής από την εμπορευματοποίησή της, έσπευσε να βάλει τα πράγματα στην θέση τους.

Σε μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική, για τον τρόπο που λειτουργεί το αστικό κράτος ακόμη και στην περίπτωση που προκύπτουν ανέλπιστα εμπόδια στην εξυπηρέτηση του κεφαλαίου, ανακοίνωσή της, για «να μην υπάρχει παραπληροφόρηση», σημειώνει, ότι, σύμφωνα με την αρχαιολογική νομοθεσία, «ο χαρακτηρισμός περιοχών ως αρχαιολογικών χώρων αποτελεί την κύρια προληπτική πράξη για τη διαμόρφωση θεσμικού πλαισίου προστασίας, η οποία καταρχάς δεν συνεπάγεται γενική εκ των προτέρων απαγόρευση δόμησης ή εκτέλεσης κάποιου έργου, αλλά επιβάλλει την υποχρέωση παροχής σχετικής άδειας του Υπουργού Πολιτισμού για την εκτέλεση των έργων και την αρχαιολογική παρακολούθησή τους».

Παρακάτω αναφέρει, ότι οι «συνεχιζόμενες αρχαιολογικές έρευνες στην παράκτια θέση του Αφάντου αποκαλύπτουν αρχαιότητες που δείχνουν ότι η περιοχή απετέλεσε το πεδίο ανάπτυξης μιας ακμάζουσας κοινωνίας κατά τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια έως και την πρώιμη βυζαντινή περίοδο με έντονη εμπορευματική και εξαγωγική δραστηριότητα, που σύμφωνα με την αρχαιολογική επιστήμη σχετίζεται με τον αρχαίο δήμο των Βρυγινδαρίων και τις πόλεις της ροδιακής Περαίας.

»Ο αρχαιολογικός χαρακτήρας της περιοχής αποτυπώνεται στον χαρακτηρισμό του αρχαιολογικού χώρου του Ερημοκάστρου το 1999 για την προστασία των μέχρι τότε αρχαιοτήτων (παλαιοντολογικά ευρήματα, τοιχισμένη ακρόπολη, ταφές, οικιστικά κατάλοιπα) και στον καθορισμό Ζωνών Προστασίας το 2000.

»Για την πρόσφατη αναοριοθέτηση, που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 21 Απριλίου στο Φ.Ε.Κ. (70/ΑΑΠ) είχε ήδη συγκροτηθεί φάκελος από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού βάσει των πρόσφατων αρχαιολογικών ερευνών (ταφές των προϊστορικών, κλασικών, ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, αρχαίες βιοτεχνικές εγκαταστάσεις με κτιριακές υποδομές και κλιβάνους που χρονολογούνται από την ελληνιστική περίοδο έως και την ύστερη αρχαιότητα). Τα όρια της αναοριοθέτησης καθορίστηκαν με κριτήριο τις παλιότερες ανασκαφές, τις νεώτερες αρχαιολογικές έρευνες με αφορμή την παρακολούθηση έργων τρίτων φορέων και τις παραδόσεις αρχαιοτήτων στην περιοχή».

Για να υπογραμμίσει: «Η κήρυξη του εν λόγω αρχαιολογικού χώρου σε καμία περίπτωση δεν στοχεύει στην ακύρωση του επενδυτικού προγράμματος του ΤΑΙΠΕΔ, αντιθέτως βελτιώνει το θεσμικό πλαίσιο της τουριστικής ανάπτυξης στην περιοχή.

»Η πράξη της αναοριοθέτησης του αρχαιολογικού χώρου ουδόλως θέτει σε αμφισβήτηση το σύνολο του εγχειρήματος για το οποίο η κυβέρνηση έχει αναλάβει τη δέσμευση να υλοποιήσει και τούτο διότι η κήρυξη αρχαιολογικού χώρου δεν συνεπάγεται την ταυτόχρονη απαγόρευση δόμησης, αλλά την παρακολούθηση των εργασιών από την αρχαιολογική υπηρεσία, όροι που ούτως ή άλλως είχαν τεθεί κατά την έγκριση του ΕΣΧΑΔΑ από αρχαιολογικής πλευράς».

Μάλιστα, με ένα σχεδόν «απολογητικό» ύφος σημειώνει, ότι «η δε κήρυξη ήταν επιβεβλημένη καθώς υπάρχουν όχι απλώς ενδείξεις αλλά ανεσκαμμένες αρχαιότητες. Η ομόφωνη γνωμοδότηση του συλλογικού οργάνου του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, το οποίο απαρτίζεται από έγκριτους επιστήμονες πολλών ειδικοτήτων της Υπηρεσίας, αλλά και καθηγητές πανεπιστημίων δεν μπορούσε να μην υιοθετηθεί από τον Υπουργό σε ένα κράτος νομιμότητας και σκοπίμως να αποκρυβεί από τους επενδυτές αλλά και το ΣτΕ, πρακτική που εφαρμοζόταν στο παρελθόν.

»Εξάλλου, για το θέμα των επενδύσεων στο Αφάντου, έχει αναπτυχθεί  συνεχής και γόνιμη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων πλευρών – ΤΑΙΠΕΔ, συναρμόδια Υπουργεία Πολιτισμού και Αθλητισμού, Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθώς και της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών μεταξύ των οποίων υπάρχει ομοφωνία ότι η αναοριοθέτηση δεν θέτει σε αμφισβήτηση την πραγματοποίηση της επένδυσης.

»Οι όποιες εμπλοκές και καθυστερήσεις, που δήθεν έχουν πλήξει την αξιοπιστία του ελληνικού κράτους ως φορέα συνεργασίας για επενδύσεις, οφείλονται σε επιλογές αμφιλεγόμενων ακινήτων – που έγιναν από προηγούμενες ηγεσίες ΤΑΙΠΕΔ και κυβερνώντων – με πλείστα όσα θέματα αρχαιολογικά, περιβαλλοντικά και στρατιωτικά. Η διαχείριση τέτοιων προβληματικών φακέλων, που κληρονομήθηκαν, με την ταυτόχρονη θεμελιώδη υποχρέωση για την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς σε συνδυασμό με την επίτευξη της ανάπτυξης στο πλαίσιο των κυβερνητικών υποχρεώσεων αποτελεί μια δύσκολη, αλλά αναγκαία ισορροπία που ο Υπουργός, η Γενική Γραμματέας του Υπουργείου και οι Υπηρεσίες με περίσσιο σεβασμό επιτελούν».

Η κυβέρνηση λοιπόν από τότε έσπευσε να καθησυχάσει τους «επενδυτές» ότι τα αρχαία δεν θα ήταν «εμπόδιο» και σήμερα, ουσιαστικά απαξιώνει τη σημασία τους, παρά το γεγονός ότι ακόμη και το υπουργείο Πολιτισμού, όπως και το ΚΑΣ νωρίτερα, αναγνώριζε, ότι η περιοχή του Αφάντου «απετέλεσε (sic) το πεδίο ανάπτυξης μιας ακμάζουσας κοινωνίας κατά τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια έως και την πρώιμη βυζαντινή περίοδο με έντονη εμπορευματική και εξαγωγική δραστηριότητα, που σύμφωνα με την αρχαιολογική επιστήμη σχετίζεται με τον αρχαίο δήμο των Βρυγινδαρίων και τις πόλεις της ροδιακής Περαίας».

Τι είναι όμως όλα αυτά μπροστά σε ένα γκολφ, τρία «All Inclusive» και ένα «παραθεριστικό χωριό» της παγκόσμιας ελίτ;

Έλα ντε…

ΥΓ: Έχετε πρόχειρο Λένιν για το ξεπούλημα πολιτισμού και περιβάλλοντος στο κεφάλαιο κύριε Πρωθυπουργέ;