Αρχαιολογικά «σκουπάκια» vs εργολαβικών εκσκαφέων

Γιατί ο κίνδυνος πολιτιστικής και περιβαλλοντικής καταστροφής δεν έχει περάσει

| 05/05/2016

Τον τρομακτικό κίνδυνο τον οποίο διατρέχει η πολιτιστική κληρονομιά, αυτά τα «μάρμαρα», όπως έλεγε ο Μακρυγιάννης, οι καλύβες και τα πεζούλια μας, πού ‘λεγε ο Αρης, για τα οποία πολέμησε ο ελληνικός λαός, συμβολοποιώντας, έτσι, το πάθος για ελευθερία από ξένα και ντόπια αφεντικά, αναδεικνύει η περίπτωση της περιοχής Αφάντου στην Ρόδο – που βρίσκεται στην «λίστα» του ΤΑΙΠΕΔ – και του «κουρνιαχτού» που σηκώθηκε από την απόφαση θεσμοθέτησης του αρχαιολογικού της χαρακτήρα.

Η «αξιοποίηση» αυτής της πανέμορφης γωνιάς της Ελλάδας από το αδηφάγο κεφάλαιο στον τομέα του τουρισμού, αδιάφορο και κυνικό έναντι του περιβάλλοντος και του πολιτισμού, στον βαθμό που η προστασία τους είναι εμπόδιο στα κέρδη του, είναι στόχος όλων των κυβερνήσεων, όπως και της σημερινής, τουλάχιστον από την δεκαετία του ’90. Είναι χαρακτηριστικό, ότι τον Γενάρη του 2001, ο τότε υπουργός Ανάπτυξης, Ν. Χριστοδουλάκης, κατά την διάρκεια επίσκεψής του στο Λονδίνο, κάλεσε Βρετανούς επιχειρηματίες να κάνουν «επενδύσεις» στο πλαίσιο της «αξιοποίησης» των «φιλέτων» που τότε είχε προς πώληση ο «πρόγονος» του ΤΑΙΠΕΔ, η «ΑΕ Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα». Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, ανέφερε συγκεκριμένα στους ξένους επιχειρηματίες και τα 1.800 στρέμματα στην περιοχή Αφάντου της Ρόδου για το χτίσιμο ξενοδοχειακών μονάδων.

Η Αρχαιολογική Υπηρεσία, ως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις, προσπάθησε να αναδείξει τον τεκμηριωμένο αρχαιολογικό – πολιτισμικό πλούτο της περιοχής, με στόχο να τον προστατεύσει από την επέλαση του καταστροφικού «all inclusive» τουρισμού. Ομως, μπροστά στον παραληρηματικό «οίστρο» για εμπορευματοποίηση – ιδιωτικοποίηση των πάντων στον οποίο βρίσκονται οι κυβερνήσεις και ο οποίος αποχαλινώθηκε με αφορμή την κρίση, δεν φαινόταν να έχει καμία ελπίδα. Πολύ περισσότερο, που είχε και έχει απέναντί της και τις συμβιβασμένες πλειοψηφίες στην τοπική και περιφερειακή διοίκηση.

Τον περασμένο Φλεβάρη, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, είτε λόγω της πίεσης της αρχαιολογικής κοινότητας, είτε του εξόφθαλμου κινδύνου για την πολιτιστική κληρονομιά και το περιβάλλον – μπορεί και σε συνδυασμό αυτών των αιτιών – γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της κήρυξης όλης της περιοχής σε αρχαιολογική.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην σχετική υπουργική απόφαση όπως δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ στις 21 Απρίλη, προβλέπεται η «αναοριοθέτηση του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου Ερημοκάστρου − Τραουνού − Αφάντου, Δήμου Ρόδου, Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου». «Η αναοριοθετηση πραγματοποιείται για λόγους προστασίας του συνόλου των αρχαιοτήτων, που έχουν αποκαλυφθεί στα νότια του λόφου του Ερημοκάστρου Καλυθιών μετά την κήρυξη − οριοθέτηση του ομώνυμου αρχαιολογικού χώρου και την διεξαγωγή νεωτέρων ανασκαφικών ερευνών,όπως εργαστηριακές εγκαταστάσεις, που χρονολογούνται από την ελληνιστική έως την υστερορρωμαϊκή περίοδο, τάφοι λαξευτοί στο βράχο, ελληνιστικών χρόνων, και άλλοι (ενταφιασμοί, εγχυτρισμοί και καλυβίτες) πρωιμότερων και μεταγενέστερων περιόδων».

αφαντου1

Στην πραγματικότητα, το ΚΑΣ έκανε αυτό που οφείλει να κάνει: Να εφαρμόζει την αρχαιολογική νομοθεσία. Μάλιστα, μια νομοθεσία ενός αστικού κράτους. Δηλαδή, ούτε καν ένα θεσμικό πλαίσιο όπως αυτό που απαιτείται πραγματικά, αν το κράτος ήταν προσανατολισμένο στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς προς όφελος του λαού. Τίποτα περισσότερο ή λιγότερο.

Κι όμως, ακόμη και αυτή η στοιχειώδης απόφαση ήταν το «κλειδί»… για την «πόρτα» της κόλασης! Αυτό που ακολούθησε τις τελευταίες μέρες είναι μια λυσσαλέα αντίδραση στην αναοριοθέτηση από τις τοπικές αρχές, τα αστικά ΜΜΕ, τους τοπικούς βουλευτές και πολιτευτές της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ συμπεριλαμβανομένου και, φυσικά, τους μεγαλο – επενδυτές, οι οποίοι, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από την «επένδυση», αφού, προφανώς, δεν θα μπορούν να κάνουν ό,τι και όπως θέλουν μέσα σε έναν κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο, διότι θα «απαιτείται πλέον για κάθε εκσκαφή να προηγούνται τομές στα οικόπεδα από αρχαιολόγους… “με σκουπάκι”».

Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού, εμφανώς θορυβημένη αφού, χωρίς, φυσικά, να έχει τέτοια πρόθεση… προέκυψε ως «υπερασπιστής» της περιοχής από την εμπορευματοποίησή της, έσπευσε να βάλει τα πράγματα στην θέση τους.

Σε μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική, για τον τρόπο που λειτουργεί το αστικό κράτος ακόμη και στην περίπτωση που προκύπτουν ανέλπιστα εμπόδια στην εξυπηρέτηση του κεφαλαίου, ανακοίνωσή της, για «να μην υπάρχει παραπληροφόρηση», σημειώνει, ότι, σύμφωνα με την αρχαιολογική νομοθεσία, «ο χαρακτηρισμός περιοχών ως αρχαιολογικών χώρων αποτελεί την κύρια προληπτική πράξη για τη διαμόρφωση θεσμικού πλαισίου προστασίας, η οποία καταρχάς δεν συνεπάγεται γενική εκ των προτέρων απαγόρευση δόμησης ή εκτέλεσης κάποιου έργου, αλλά επιβάλλει την υποχρέωση παροχής σχετικής άδειας του Υπουργού Πολιτισμού για την εκτέλεση των έργων και την αρχαιολογική παρακολούθησή τους».

Παρακάτω αναφέρει, ότι οι «συνεχιζόμενες αρχαιολογικές έρευνες στην παράκτια θέση του Αφάντου αποκαλύπτουν αρχαιότητες που δείχνουν ότι η περιοχή απετέλεσε το πεδίο ανάπτυξης μιας ακμάζουσας κοινωνίας κατά τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια έως και την πρώιμη βυζαντινή περίοδο με έντονη εμπορευματική και εξαγωγική δραστηριότητα, που σύμφωνα με την αρχαιολογική επιστήμη σχετίζεται με τον αρχαίο δήμο των Βρυγινδαρίων και τις πόλεις της ροδιακής Περαίας.

»Ο αρχαιολογικός χαρακτήρας της περιοχής αποτυπώνεται στον χαρακτηρισμό του αρχαιολογικού χώρου του Ερημοκάστρου το 1999 για την προστασία των μέχρι τότε αρχαιοτήτων (παλαιοντολογικά ευρήματα,  τοιχισμένη ακρόπολη, ταφές, οικιστικά κατάλοιπα) και στον καθορισμό Ζωνών Προστασίας το 2000.

»Για την πρόσφατη αναοριοθέτηση, που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 21Απριλίου στο Φ.Ε.Κ. (70/ΑΑΠ) είχε ήδη συγκροτηθεί φάκελος από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού βάσει των πρόσφατων αρχαιολογικών ερευνών (ταφές των προϊστορικών, κλασικών, ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, αρχαίες βιοτεχνικές εγκαταστάσεις με κτιριακές υποδομές και κλιβάνους που χρονολογούνται από την ελληνιστική περίοδο έως και την ύστερη αρχαιότητα). Τα όρια της αναοριοθέτησης καθορίστηκαν με κριτήριο τις παλιότερες ανασκαφές, τις νεώτερες αρχαιολογικές έρευνες με αφορμή την παρακολούθηση έργων τρίτων φορέων και τις παραδόσεις αρχαιοτήτων στην περιοχή».

Για να υπογραμμίσει: «Η κήρυξη του εν λόγω αρχαιολογικού χώρου σε καμία περίπτωση δεν στοχεύει στην ακύρωση του επενδυτικού προγράμματος του ΤΑΙΠΕΔ, αντιθέτως βελτιώνει το θεσμικό πλαίσιο της τουριστικής ανάπτυξης στην περιοχή.

»Η πράξη της αναοριοθέτησης του αρχαιολογικού χώρου ουδόλως θέτει σε αμφισβήτηση το σύνολο του εγχειρήματος για το οποίο η κυβέρνηση έχει αναλάβει τη δέσμευση να υλοποιήσει και τούτο διότι η κήρυξη αρχαιολογικού χώρου δεν συνεπάγεται την ταυτόχρονη απαγόρευση δόμησης, αλλά την παρακολούθηση των εργασιών από την αρχαιολογική υπηρεσία, όροι που ούτως ή άλλως είχαν τεθεί κατά την έγκριση του ΕΣΧΑΔΑ από αρχαιολογικής πλευράς».

Μάλιστα, με ένα σχεδόν «απολογητικό» ύφος σημειώνει, ότι «η δε κήρυξη ήταν επιβεβλημένη καθώς υπάρχουν όχι απλώς ενδείξεις αλλά ανεσκαμμένες αρχαιότητες. Η ομόφωνη γνωμοδότηση του συλλογικού οργάνου του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, το οποίο απαρτίζεται από έγκριτους επιστήμονες πολλών ειδικοτήτων της Υπηρεσίας, αλλά και καθηγητές πανεπιστημίων δεν μπορούσε να μην υιοθετηθεί από τον Υπουργό σε ένα κράτος νομιμότητας και σκοπίμως να αποκρυβεί από τους επενδυτές αλλά και το ΣτΕ, πρακτική που εφαρμοζόταν στο παρελθόν.

»Εξάλλου, για το θέμα των επενδύσεων στο Αφάντου, έχει αναπτυχθεί  συνεχής και γόνιμη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων πλευρών – ΤΑΙΠΕΔ, συναρμόδια Υπουργεία Πολιτισμού και Αθλητισμού, Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθώς και της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών μεταξύ των οποίων υπάρχει ομοφωνία ότι η αναοριοθέτηση δεν θέτει σε αμφισβήτηση την πραγματοποίηση της επένδυσης.

»Οι όποιες εμπλοκές και καθυστερήσεις, που δήθεν έχουν πλήξει την αξιοπιστία του ελληνικού κράτους ως φορέα συνεργασίας για επενδύσεις, οφείλονται σε επιλογές αμφιλεγόμενων ακινήτων – που έγιναν από προηγούμενες ηγεσίες ΤΑΙΠΕΔ και κυβερνώντων – με πλείστα όσα θέματα αρχαιολογικά, περιβαλλοντικά και στρατιωτικά. Η διαχείριση τέτοιων προβληματικών φακέλων, που κληρονομήθηκαν, με την ταυτόχρονη θεμελιώδη υποχρέωση για την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς σε συνδυασμό με την επίτευξη της ανάπτυξης στο πλαίσιο των κυβερνητικών υποχρεώσεων αποτελεί μια δύσκολη, αλλά αναγκαία ισορροπία που ο Υπουργός, η Γενική Γραμματέας του Υπουργείου και οι Υπηρεσίες με περίσσιο σεβασμό επιτελούν».

Η ανακοίνωση δεν χρειάζεται πολλά σχόλια. Η κυβέρνηση προσπαθεί να καθησυχάσει τους «επενδυτές» ότι, τέλος πάντων, «δεν τρέχει και τίποτα», το «οικόπεδο» εξακολουθεί να προσφέρεται για «αξιοποίηση», απλά, «τί να κάνουμε…», θα πρέπει να προηγούνται… οι αρχαιολόγοι με τα «σκουπάκια» τους.

ανασκαφη

Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων πήρε θέση σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, σε ανακοίνωσή του: «Είναι ολοφάνερο ότι για τους φωνασκούντες οι αρχαιότητες δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα απλό “εμπόδιο” στην εκποίηση και τσιμεντοποίηση δημόσιων εκτάσεων, ακόμη και όταν τόσο οι νόμοι όσο και το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας το απαγορεύουν ρητά. Η κήρυξη ενός χώρου ως αρχαιολογικού επιβάλλει κανόνες για την προστασία των αρχαιοτήτων και του περιβάλλοντός τους, που οφείλουν να σέβονται όλοι.

»Όμως, αν θέλουν να είναι ακριβείς οι συγγράφοντες τέτοια ρεπορτάζ, θα έπρεπε να γράφουν για τη συστηματική προσπάθεια εκποίησης του αρχαιολογικού χώρου, η οποία εμπόδιζε την κήρυξή του. Οι εισηγήσεις για την προστασία του αρχαιολογικού χώρου είχαν κατατεθεί από τις αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων της Ρόδου ήδη από το 2013, αλλά έμεναν βαθιά θαμμένες στα συρτάρια του Υπουργείου μέχρι πολύ πρόσφατα, για λόγους που σίγουρα δεν είχαν να κάνουν με το δημόσιο συμφέρον και πρέπει επιτέλους να εξηγήσουν η απελθούσα πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟΑ και το ΤΑΙΠΕΔ!

»Η Αρχαιολογική Υπηρεσία οφείλει να προστατεύει την αρχαιολογική κληρονομιά της Ελλάδας, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα, απερίσπαστη από εκβιαστικές πρακτικές και διλήμματα, που προβάλλουν όσοι επιθυμούν να λυμαίνονται ασύδοτοι δημόσια αγαθά.

»Οι δήθεν “επενδύσεις”, χωρίς σεβασμό στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, δεν συνάδουν με μια σύγχρονη ευνομούμενη χώρα. Ας αντιληφθούμε επιτέλους ότι η βιώσιμη ανάπτυξη είναι η μόνη διέξοδος από την πολύμορφη κρίση που περνά η χώρα μας. Αειφορία και πολιτισμός είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένα.».

Το κράτος, «φρόντισε» και για τις περιπτώσεις, όπου η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι μόνο επενδυτικό «κελεπούρι», αλλά εμπόδιο. Αυτό συμβαίνει όταν οι αρχαιότητες… «φυτρώνουν» εκεί που το κεφάλαιο θησαυρίζει μέσω μεγάλων δημόσιων ή ιδιωτικών έργων. Ετσι, από το 2010, το υπουργείο Πολιτισμού προώθησε δύο «μνημόνια Συναντίληψης και Συνεργασίας» για τον τρόπο που θα εμπλέκεται η Αρχαιολογική Υπηρεσία στα δημόσια και ιδιωτικά έργα.

Στο «μνημόνιο» για τα ιδιωτικά έργα μεταξύ άλλων σημειώνεται, μάλιστα, ότι το επιστημονικό και το εργατοτεχνικό προσωπικό για τις σωστικές αρχαιολογικές εργασίες θα «επιλέγεται από τον Κύριο του Εργου ύστερα από σύμφωνη γνώμη» των υπηρεσιών του ΥΠΠΟΤ! Αν χρειαστεί αντικατάσταση μέλους ή μελών του προσωπικού αυτού «για λόγους που επηρεάζουν την πορεία των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών» (σ.σ. άραγε ποιοι μπορεί να είναι αυτοί οι λόγοι;) τότε εκδίδεται «σχετική διοικητική πράξη, ύστερα από εισήγηση των αρμόδιων Περιφερειακών Υπηρεσιών και αφού ο Κύριος του Εργου πληροφορηθεί σχετικώς, εκθέσει τις απόψεις του και προτείνει τον ή τους αντικαταστάτες»!

Δηλαδή, ο μεγαλοεργολάβος θα «προτείνει» και προσωπικό για τις σωστικές ανασκαφές! Επιπλέον, προβλέπονται ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα στην αρχαιολογική έρευνα. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η έκθεση αναλυτικής αρχαιολογικής τεκμηρίωσης πρέπει να συνταχθεί μέσα σε μόλις 30 μέρες.

Δικαίως ο Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων εκτιμούσε τότε, ότι «πρόκειται να δοθεί πλέον το δικαίωμα στους εργολάβους – κατασκευαστές να επιλέγουν το αρχαιολογικό προσωπικό που θα εργαστεί στις σωστικές ανασκαφές, ανάλογα με το ποιος είναι οικονομικότερος ή με κριτήριο το ποιος δεν θα αντιτίθεται στα συμφέροντα των κατασκευαστών (…)». «Παραχωρώντας στους εργολάβους τη δυνατότητα επιλογής του αρχαιολογικού προσωπικού που θα εργαστεί στις σωστικές ανασκαφές, τους παραχωρείται ταυτόχρονα και μέρος ελέγχου των αρχαιολογικών εργασιών, που ως τώρα ασκεί η Αρχαιολογική Υπηρεσία.

»Εχοντας οι ιδιώτες τον καθοριστικό ρόλο στην επιλογή του προσωπικού, θα αποκτούν έλεγχο και επί του αρχαιολογικού έργου, ενώ θα ασκούν πιέσεις με την απειλή της απόλυσης, προκειμένου οι εργαζόμενοι να παρακάμπτουν την επιστημονική αρχαιολογική μέθοδο, εις βάρος της διαφύλαξης και προστασίας των αρχαιοτήτων (…)».

Τα παραπάνω σημαίνουν, ότι, όντως, η κήρυξη της περιοχής είναι πολύ σημαντική και αποτελεί «όπλο» για την προστασία της, αλλά ο κίνδυνος κάθε άλλο παρά έχει περάσει. Αλλωστε, η πείρα είναι πολύ πικρή από ανάλογες περιπτώσεις, όπου οι αρχαιολόγοι προσπαθούν να κάνουν το καθήκον τους, ακόμη και σε δημόσια έργα… με τις μπουλντόζες να «μαρσάρουν» πάνω από τα κεφάλια τους. Εχοντας μόνο τα «σκουπάκια» τους για «άμυνα»…