Βασίλης Ρώτας: Από τους κορυφαίους του λαϊκού πολιτισμού

Λαϊκός άνθρωπος, ποιητής και συγγραφέας

| 02/06/2014

Μετά τον Τσάρλι Τσάπλιν, τον οποίο επιλέξαμε για το πρώτο πορτρέτο μας, αποχαιρετούμε τον Μάιο, πρώτο μήνα ζωής του Περιοδικού (για τη διατάραξη της κοινής ησυχίας), με το πορτρέτο του Βασίλη Ρώτα. Ενός διαλεχτού ανθρώπου του λαϊκού πολιτισμού στη χώρα μας. Ενός σημαντικού λογοτέχνη και μαχητή της Εθνικής Αντίστασης, που γεννήθηκε αλλά και έφυγε, Μάη μήνα. Για μία πρώτη και περιεκτική βιογραφία του αντλήσαμε πληροφορίες από την σπάνια έκδοση «Θέατρο και Αντίσταση» της Σύγχρονης Εποχής (1981), υπό την αιγίδα του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών, ως αφιέρωμα στη μνήμη του ποιητή και στα 40χρονα της ίδρυσης του ΕΑΜ, και θα ακολουθήσει το κείμενο «Θέατρο και Δημοκρατία» (μία από τις πολύ ενδιαφέρουσες ομιλίες που είχε δώσει ο ποιητής στο ΚΜΕ και περιλαμβάνεται στην ίδια έκδοση).

Ο Βασίλης Ρώτας γεννιέται στις 5 του Μάη 1889 στο Χιλιομόδι Κορινθίας. Μπαίνει στο σχολείο πριν καλά-καλά κλείσει τα πέντε του χρόνια κι αρχίζει από μικρός να σχεδιάζει στα τετράδιά του κάποιους άλλους «θεούς», που θα ‘βγαζαν τον κόσμο από το «χάος» και να καταγίνεται με τον Καραγκιόζη. Περνάει γρήγορα τις τάξεις του δημοτικού και του γυμνασίου της Κορίνθου και αριστούχος γράφεται στα 16 του χρόνια στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Εκεί γνωρίζεται με τον Αυγέρη και τον Βάρναλη και μαζί τους παίρνει τότε μέρος στους κοινωνικούς αγώνες, όπως εκφράζονταν μέσα από την πάλη για την υπεράσπιση της λαϊκής γλώσσας. Για την καλύτερη διεξαγωγή αυτού του αγώνα παίρνει μέρος το 1910 μαζί με άλλους προοδευτικούς φοιτητές στη δημιουργία της «Φοιτητικής Συντροφιάς».

Για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές δυσκολίες ως φοιτητής, πιάνει δουλειά στην «Ακρόπολη» του Γαβριηλίδη και παράλληλα αρχίζει να φοιτεί στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών.

Τρέφοντας από τα νενανικά του χρόνια ένα φλογερό πάθος για το θέατρο, βγαίνει το 1906 στη σκηνή δίπλα στη Μαρίκα Κοτοπούλη κι άλλους ξακουστούς ηθοποιούς και γράφει το πρώτο θεατρικό του έργο «Τ’ αποπαίδια της Μοίρας». Το 1908 πρωτοδημοσιεύει ένα ποίημά του στο πρωτοποριακό περιοδικό της εποχής Νουμάς.

Από το 1910 που ντύνεται τη στολή του φαντάρου κι ως το 1930, ο Ρώτας υπηρετεί στο στρατό, απ’ όπου μπαίνει σε διαθεσιμότητα με το βαθμό του συνταγματάρχη. Και στο στρατό βρίσκει τρόπο να εκδηλώσει την αγάπη του για το θέατρομ με τη συμμετοχή του στο θέατρο του Γιώργου Σαραντίδη, μα το κυριότερο, ως αξιωματικός, προσπαθεί να συαθεί δίπλα στα παιδιά του λαού και να κάνει πιο υποφερτή τη ζωή του φαντάρου.

Στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912 – 13 διακρίνεται, μα ταυτόχρονα οι μακροχρόνιες πολεμικές περιπέτειες και ιδιαίτερα η τυχοδιωκτική μικρασιατική εκστρατεία τού αποκαλύπτουν μιαν άλλη αθλιότητα, την οποία και περιγράφει σε σειρά από τα διηγήματά του (Ρεμούλα, Τρεις αιχμάλωτοι, κ.ά.), τού οξύνυν τηνσκέψη, τον κάνουν βαθιά αθρωπιστή. Για αυτήν τη δημοκρατική και αληθινά πατριωτική στάση του στο στρατό, χαρακτηρίζεται «αναρχικός» και διώκεται.

Στο Γκέρλιτς της Γερμανίας που βρέθηκε σε μια ιδιότυπη αιχμαλωσία με όλο το Δ’ Σώμα του στρατού, αναπτύσσει δραστηριότητα, γράφει Καραγκιόζη και τυπώνει το 1917 την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο Το τραγούδι των σκοτωμένων.

Το 1920 και μέσα στις αντάρες των πολέμων τυπώνει μια δεύτερη ποιητική συλογή με τον τίτλο Το τραγούδι του Καμπούρη και άλλα τραγούδια και το 1923 την τρίτη συλλογή του, Ανοιξιάτικο αγέρι.

Λίγο αργότερα γνωρίζεται με τον Σαίξπηρ, τον συνεπαίρνει το έργο τού μεγάλου δραματουργού, μαθαίνει αγγλικά για να γευτεί από το πρωτότυπο τα σαιξπρικά αριστουργήματα και το 1927 μεταφράζει το Όνειρο Μεσοκαλοκαιριάτικης Νύχτας, ενώ μετά την αποστράτευσή του μεταφράζει τον Βασιλιά Ληρ, τον Άμλετ, την Τρικυμία κι άλλων έργα του Σαίξπηρ.

Μόλις φεύγει από το στρατό δίνεται, με το πάθος που τον χαρακτήριζε, στην μεγάλη του αγάπη: στο θέατρο. Βασικός συνεργάτης του περιοδικού του Κωστή Μπαστιά Ελληνικά Γράμματα και ιδρυτής του Λαϊκού Θεάτρου στο Παγκράτι (1930-1937), που έκλεισε η δικτατορία του Μεταξά, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής οργάνωσε το Θεατρικό Σπουδαστήριο (στο οποίο δίδαξαν μεταξύ άλλων ο Μάρκος Αυγέρης, ο Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη και ο Μάνος Κατράκης) και το Θέατρο στο Βουνό (1944, με τη συνεργασία μελών της ΕΠΟΝ). πασχίζοντας να φτιάξει ένα θέατρο «από το λαό και για το λαό» και προβάλλοντας νέα θέματα συνδεδεμένα με την κοινωνική πράξη των απλών ανθρώπων κόντρα στην αστική δραματουργία και την θεματολογία της. Γράφει θεατρικά, σκηνοθετεί, παίζει ο ίδιος.

Ο Βασίλης Ρώτας, γέννημα και θρέμα του δημοτικού τραγουδιού, σ’ ένα τραγούδι του γράφει:

«Όταν οι μέρες θα γλεντάν κι οι νύχτες θα χορεύουν
και τη χαρά θα τη μετράν μ’ ολόγιομο φεγγάρι,
τότε να ζεις, αγάπη μου, θυμήσου με κι εμένα
θυμήσου αν ήμουν όμορφος, αν ήμουν παλλικάρι
τραγουδιστής και χορευτής και πρώτος στους αγώνες
θυμήσου με αν δεν έγραψα μ’ αίμα τ’ όνομά μου
σε βράχους, σε καστρόπορτες, σε δρόμους σε πλατείες
σε φαντασίες κοριτσιών, σε στόματα αντρειωμένων»

Και πραγματικά. Ο Ρώτας  ήταν λεβέντης  στο χορό και στο τραγούδι όσο και στον πόλεμο για την εθνική ανεξαρτησία και τη λευτεριά, όπως είπε και ο Μάνος Κατράκης «ο Ρώτας χορεύει σαν αητός».

Με τα βιώματα που έφερνε από πριν, με τις αρετές του και ιδιαίτερα με τις συμπάθειες που έτρεφε πάντα στους απλούς ανθρώπους του λαού, δέχτηκε από τους πρώτους το προσκλητήριο μήνυμα του ΕΑΜ, έκανε τους σκοπούς του τραγούδι και έδωσε όλες τις δυνάμεις στο ένδοξο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης. Μετά την πρώτη προσφορά του στους αγώνες του λαού της Αθήνας κατά του φασίστα επιδρομέα βγήκε στο βουνό κι εκεί έγινε ο εμπνευυστής κι ο κύριος οργανωτής του θεάτρου της Αντίστασης.

Μετά την απελευθέρωση, ο Ρώτας συμμετέχει στο λαϊκό κίνημα και με την πένα του αγωνίζεται για να γίνουν πράξη τα ιδανικά του ΕΑΜ. Γράφει άρθρα, ποιήματα, διηγήματα, θέατρο, συνεχίζει τις μεταφράσεις των αρχαίων τραγικών, του Σαίξπηρ κι άλλων ξένων δραματουργών.

Ιστορική είναι η συνεργασία του Ρώτα με τον Μίκη Θεοδωράκη. Μουσική για το κλασικό και το νεότερο θέατρο άρχισε να συνθέτει ο Μίκης Θεοδωράκης νωρίς-νωρίς, το 1945. Επρόκειτο για το έργο Θεατρική Τραγωδία του Βασίλη Ρώτα. Η προσπάθεια όμως, λόγω και των γεγονότων, έμεινε ημιτελής. Μέχρι το 1962 όμως. Τότε με υποκινητή πάλι τον, έστω και δευτερογενή, λόγο του Βασίλη Ρώτα ο Μίκης κατέθεσε την πρώτη ολοκληρωμένη του μουσική για το νεότερο θέατρο και θριάμβευσε. Το έργο: «Ένας όμηρος» του Ιρλανδού Μπρένταν Μπίαν – ο Βασίλης Ρώτας είχε κάνει τη μετάφραση. Τα περισσότερα από τα 16 θαυμάσια τραγούδια του έργου πήγαν στα στόματα εκατομμυρίων Ελλήνων: «Ήταν 18 Νοέμβρη», «Το γελαστό παιδί», «Άνοιξε λίγο το παράθυρο», «Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι», «Είμαι Άγγλος νιος και τυχερός», «Θα σου στείλω μάνα»… Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά στις 12 Απρίλη του 1962 στο Κυκλικό Θέατρο της Αθήνας.

Με την επιβολή της φασιστικής δικτορίας της χούντας, ο Ρώτας συλλαμβάνεται  και τιμωρείται για την αντιστασιακή του δράση και τα δημοκρατικά του φρονήματα με την εκτόπισή του στα Γιούρα.

Όταν ο Ρώτας «φεύγει» από τη ζωή, στις 30 του Μάη το 1977, αφήνει πίσω του ένα έργο που αποτελεί μόνιμη πηγή έμπνευσης για το λαό, για κάθε άνθρωπο της προόδου. Εκτός από τις ποιητικές συλλογές του κυκλοφόρησε τα έργα Παλιές ιστορίες (διηγήματα) , το ιστορικό δράμα Κολοκοτρώνης, τα Καραγκιόζικα (θεατρικές κωμικές σκηνές με ήρωες «καραγκιόζικους»), τα Διηγήματα, δύο τόμους με τα θεατρικά έργα Ρήγας Βελενστινλής, Ελληνικά Νιάτα, Παραμύθι της Ανέμης, Ερωτόκριτος, Ο σύζυγος τρελαίνεται, Γραμματιζούμενοι , Προμηθέας και άλλα.

Μια σειρά εργασίες όπως, Μνυμόσυνο, Δραγάτες Πνευματικής Ελευθερίας κ.ά. τις οποίες έγραψε σε συνεργασία με τη Βούλα Δαμιανάκου, τη σύντροφό του. Μαζί της επίσης πραγματοποίησε κατά αριστοτεχνικό τρόπο έναν τεράστιο μεταφραστικό άθλο. Μετέφρασε ολόκληρο το έργο του Σαίξπηρ, το θεατρικό και το ποιητικό. Δημοσίευσε επίσης ποιήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα, ενώ ιστορική έμεινε η μετάφρασή του από την κωμωδία του Αριστοφάνη Όρνιθες. Το 1959 το Θέατρο Τέχνης σε μετάφραση του Βασίλη Ρώτα ανεβάζει τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν και μουσική Μάνου Χατζιδάκι σε μια μόνο παράσταση στο Ηρώδειο, γιατί οι υπόλοιπες παραστάσεις απαγορεύθηκαν με εντολή του υπουργού Κωνσταντίνου Τσάτσου. Επαναλήφθησαν το 1961.

Μια επιπλέον πτυχή του έργου του Βασίλη Ρώτα αποτελεί η συγγραφή των κειμένων 47 τευχών από την περίφημη σειρά «Κλασσικά Εικονογραφημένα» με την οποία πραγματικά μεγάλωσαν παιδιά για δύο δεκαετίες περίπου, ενώ το εγχείρημα δεν επανελήφθη. Υπάρχουν μόνο οι επανεκδόσεις.

Ο Βασίλης Ρώτας, ως αυθεντικός λαϊκός άνθρωπος, ως στοχαστής που θεωρούσε το λαό την υπέρτατη αξία, ως αγωνιστής που έθεσε τις δυνάμεις του στην υπηρεσία του λαού, μάς άφησε ένα έργο στενά δεμένο με τη λαϊκή δημιουργία, με τη δημοτική ποίηση και τα λαϊκά μέτρα, ένα έργο που πηγάζει από το λαό και σ’ αυτόν απευθύνεται. Γι’ αυτό και δίκαια μπορεί να ονομαστεί λαϊκός ποιητής και συγγραφέας.

rotas2

(Φωτογραφία:Σπύρος Μελετζής. «Ο Βασίλης Ρώτας στα ελεύθερα βουνά του ΕΑΜ»)

Η λαϊκότητα του Ρώτα δεν εκφράζεται μόνο στο περιεχόμενο των έργων του, στους λαϊκούς τύπους και χαρακτήρες του, αλλά και στην αξιοθαύμαστη γνώση και χρήση της λαϊκής γλώσσας. Από τους στενούς δεσμούς του με το λαό, από τη σπουδή του του λαϊκού λόγου διαμόρφωσε τη δική του θαυμαστή γλώσσα – την απαλλαγμένη από λογιοτατισμούς – και το δικό του στοχασμό, τον ευλύγιστο και τον εύστοχο. Η σοφία του και η έκφρασή της φτάνουν συχνά στη λιτότητα της λαϊκής παροιμίας. Κι όλα αυτά που διαποτίζουν το έργο του Ρώτα έκαναν τον Γληνό να τον ονομάσει «Κριλώφ της Ελλάδας» -μιας και ο Ρώσος αυτός κλασσικός είναι κύρια γνωστός για τους μύθους του – για το αθάνατο αυτό βιβλίο της λαϊκής σοφίας.

Ο Βασίλης Ρώτας και ως συγγραφέας και ως άνθρωπος υπήρξε μια καθαρή συνείδηση. Ήταν  ένας αληθινός  λεβέντης της ιδέας, της τέχνης, της πράξης. Γι’ αυτό και πρινακόμη κοινωνήσει τις επαναστατικές ιδέες, οι οποίες είχαν απλωθεί από τη διάρκεια του Ά Παγκοσμίου Πολέμου, διακρινόταν για το λαϊκό ανθρωπισμό του, και αμπνεόταν από την ιδεολογία της δοκιμασμένης λαϊκής παράδοσης.

Θα του ταίριζε ίσως και του ίδιου, το επίγραμμα που είχε γράψει το 1947 για τον Νίκο Καρβούνη:

«Τη λευτεριά ζητώντας σε όρη και λαγκάδια
την ήβρα στον αγώνα με πστούς συντρόφους 
μπήκα μπροστά χορεύοντας και τραγουδώντας 
Μην ψιχαλίσει δάκρυ, αν έπεσα στη μάχη
χαμογελώντας έπεσα, όπως πέφτει ο ήλιος 
μεγαλοσύνη ολόλαμπρη σταφανωμένη 
με δάφνες απ’ τα λεύτερα τα κορφοβούνια
αυτά κι ας μολογάνε την παλικαριά μου
μ’ ένα τραγούδι κλέφτικο, ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΒΟΥΝΗΣ,
να λέει για λεβεντιά, για λευτεριά, γι’ αγώνα».

βββ

Επιμέλεια: Κώστας Φουρίκος