Γλυπτά Παρθενώνα: Όταν το ΠΑΣΟΚ «οργίζεται»… ως ΣΥΡΙΖΑ

Οι «δανεισμοί», τα «παραρτήματα» και τα «αντίδωρα»: Μια πικρή ιστορία…

| 03/09/2019

O πρωθυπουργός, Κ. Μητσοτάκης, με αφορμή την προσωρινή επιστροφή από την Γαλλία τμήματος μετόπης του Παρθενώνα, σε συνέντευξη στον Observer, πρότεινε, «ως πρώτο βήμα» για την οριστική επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα, να εκτεθούν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στην Αθήνα, το 2021, με αφορμή τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του ’21.

Ταυτόχρονα πρότεινε να οργανωθεί στο Βρετανικό Μουσείο αρχαιολογική έκθεση με πολύ σημαντικά αντικείμενα τα οποία θα ταξιδέψουν για πρώτη φορά από την Ελλάδα στην Αγγλία.

Και οι δύο προτάσεις είναι εξαιρετικά επικίνδυνες:

  1. Δανεισμός σημαίνει, ουσιαστικά, παραδοχή κυριότητας των Γλυπτών από τους Βρετανούς: α) Διότι δεν μπορείς να δανειστείς κάτι αν θεωρείς πως δεν ανήκει σε αυτόν από τον οποίο το ζητάς β) Διότι οι Βρετανοί έχουν καταστήσει σαφές ότι δανείζουν μόνο με αναγνώριση ακριβώς της κυριότητας.
  2.  Η εξαγωγή αρχαιολογικών θησαυρών για περιοδικές εκθέσεις –  πρακτική στην οποία είχαν επιδοθεί μανιωδώς οι κυβερνήσεις την τελευταία 20ετία – εμπεριέχει εύλογους κινδύνους για τις αρχαιότητες (απώλεια, βλάβες κλπ) ενώ, ειδικά στην περίπτωση των Γλυπτών, συνιστούν σιωπηρή «αποδοχή» του «δικαιώματος» του Βρετανικού Μουσείου να απαιτεί «αντίδωρα» για να αποκαταστήσει καραμπινάτη αρχαιοκαπηλία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, διά της τέως υπουργού Πολιτισμού, Μυρσίνης Ζορμπά, «κατακεραύνωσε» την κυβέρνηση, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι «ο δανεισμός των Γλυπτών προς έκθεση αποδέχεται στην ουσία τις κατά καιρούς απαντήσεις των δανειστών περί αναγνώρισης της κυριότητας εκ μέρους της χώρας μας ως προϋπόθεσης του δανεισμού, γεγονός το οποίο υπονομεύει και ακυρώνει την οριστική  επιστροφή και επανένωση. Αυτό ακριβώς αποτέλεσε το κρίσιμο σημείο τριβής κάθε φορά που στο παρελθόν έγινε παρόμοια προσπάθεια ανταλλαγής εκθέσεων ή άλλων προτάσεων εξεύρεσης διαλόγου και συνεργασίας για την υπέρβαση του προβλήματος.»

Σε ό,τι αφορά στις εξαγωγές αρχαιοτήτων για εκθέσεις, η πρώην υπουργός σημείωσε: «Θεωρούμε ότι η μοναδική αξία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με παρόμοιο κυνισμό, σαν να πρόκειται για ένα οποιοδήποτε εξαγώγιμο προϊόν που η αφθονία του, μάλιστα, το υποτιμά. Οι πολιτιστικές ανταλλαγές δεν ανήκουν στο εμπορικό επιμελητήριο, τουλάχιστον ακόμη, και απαιτούν ιδιαίτερους χειρισμούς πολιτιστικής διπλωματίας. Στα προηγούμενα χρόνια, το υπουργείο Πολιτισμού οργάνωσε μεγάλο αριθμό σημαντικών εκθέσεων και ανταλλαγών εξαιρετικής εμβέλειας σε όλο τον κόσμο, από τις ΗΠΑ ως την Κίνα, προβάλλοντας τον ελληνικό πολιτισμό όχι γιατί μας περίσσευε αλλά γιατί ήταν μοναδικός και πολύτιμος στα μάτια όλης της ανθρωπότητας».

Η αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν πραγματικά συγκινητική… αν δεν ήταν πολιτικά κυνική.

Διότι η πρόταση για δανεισμό με «αντίδωρα», είναι παλιά. Το 2001, ο τότε υπουργός Πολιτισμού της κυβέρνησης Σημίτη, Ε. Βενιζέλος, είχε δηλώσει στην «Γκάρντιαν»: «Δεν μας ενδιαφέρει η νομική μορφή της συμφωνίας, το καθεστώς της ιδιοκτησίας δεν είναι σημαντικό για μας και ως θέμα αρχής δεν αποκλείουμε τίποτα από τις συζητήσεις».

Το 2002 η ελληνική κυβέρνηση επανέρχεται «προθυμότερη» προς τους Βρετανούς. Ο Ε. Βενιζέλος, μετά τη συνάντησή του με τον διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου, δήλωσε ότι η πρόταση της Ελλάδας για «μακροχρόνιο δανεισμό» με «ανταλλάγματα» είναι «η ευκαιρία να λειτουργήσει στην Αθήνα ένα είδος παραρτήματος του Βρετανικού Μουσείου σε συνεργασία με το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, μας επιτρέπει να ξεπεράσουμε όλα τα ιστορικά και νομικά στερεότυπα και να βρούμε μια δυναμική πολιτιστική λύση στο πρόβλημα της ενοποίησης των γλυπτών του Παρθενώνα»!

Το 2003, ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου στέλνει επιστολή του στους κυριακάτικους «Τάιμς», στην οποία έγραφε, μεταξύ άλλων: «Η ελληνική πλευρά έχει αναγνωρίσει ότι το Βρετανικό Μουσείο έχει νόμιμο τίτλο ιδιοκτησίας για τα γλυπτά και πλέον η ελληνική πλευρά δεν αμφισβητεί την ιδιοκτησία»! Η απάντηση Βενιζέλου ήταν ότι «ουδέποτε δήλωσε ότι αναγνωρίζει τους νόμιμους τίτλους του Βρετανικού Μουσείου επί των Μαρμάρων του Παρθενώνα» και ότι «η ελληνική κυβέρνηση δε θέτει το νομικό ζήτημα της ιδιοκτησίας των Μαρμάρων επειδή θέλει να βρεθεί μια φιλική και συναινετική λύση που θα επιτρέψει την ενιαία έκθεση των Μαρμάρων στο κτίριο του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης και σε άμεση οπτική επαφή με το ίδιο το μνημείο».

Ωστόσο, η Μυρσίνη Ζορμπά, η οποία σήμερα «κατακεραυνώνει» – εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ πλέον – τις επικίνδυνες προτάσεις Μητσοτάκη, ήταν ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ την εποχή που το κόμμα και η κυβέρνησή της πρότειναν δανεισμό και μετατροπή του Νέου Μουσείου Ακρόπολης σε… παράρτημα του Βρετανικού Μουσείου.

Δηλαδή, τις ίδιες προτάσεις με τις σημερινές του Μητσοτάκη.

Τότε, όχι μόνο δεν αντέδρασε στην πρόταση, αλλά ήταν και η εισηγήτρια, στο ευρωκοινοβούλιο, της έκθεσης της Επιτροπής Πολιτισμού της ΕΕ για τις «πολιτιστικές βιομηχανίες», η οποία αποτελεί την «επιτομή» της στρατηγικής του κεφαλαίου για πλήρη εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και της σύγχρονης πολιτιστικής δημιουργίας.  Έχει όμως σημασία να θυμόμαστε, πως η άθλια αυτή πρόταση στηρίχθηκε από όλο το συστημικό φάσμα και τις κυβερνήσεις του.

Το 2006 (κυβέρνηση ΝΔ) το υπουργείο Πολιτισμού εμμένει στα «αντίδωρα» για την επιστροφή των Γλυπτών. Σε σχετική ερώτηση της αυστριακής τηλεόρασης, ο τότε υπουργός Πολιτισμού, Γ. Βουλγαράκης, ανέφερε: «Η αλήθεια είναι ότι έχουν δοκιμαστεί μέχρι σήμερα πολλοί τρόποι – νομικοί, ηθικοί, πολιτικοί – αλλά δυστυχώς χωρίς αποτελέσματα. Είμαι αποφασισμένος να λάβω σοβαρά υπόψη το θέμα της ανταπόδοσης (…)».

Αλλά και το 2010, ο τότε υπουργός Πολιτισμού, Π. Γερουλάνος, στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, επανέφερε την πρόταση της επιστροφής των Γλυπτών με τη μορφή του «μακροχρόνιου δανεισμού» και με βασικό αντάλλαγμα να σταματήσει η διεκδίκηση της ιδιοκτησίας τους. Ο υπουργός δήλωσε στους «Τάιμς» ότι η Ελλάδα δε θα αξιώνει πλέον την ιδιοκτησία των λεηλατημένων αυτών θησαυρών και ότι θα προσφέρει στο Βρετανικό Μουσείο αρχαία αντικείμενα από ελληνικά μουσεία για περιοδικές εκθέσεις, με αντάλλαγμα την επιστροφή των Γλυπτών με το καθεστώς του «μακροχρόνιου δανεισμού».

Το θέμα είναι, ότι η ίδια η κ. Ζορμπά, ως υπουργός Πολιτισμού της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ουσιαστικά «ξέπλυνε» τις παραπάνω απόπειρες. Μόλις τον περασμένο Απρίλιο, μιλώντας στη διεθνή ημερίδα για την επανένωση των Γλυπτών, στο Αμφιθέατρο του Νέου Μουσείου Ακρόπολης, είπε, μεταξύ άλλων: «Στις περίπου τέσσερις προηγούμενες δεκαετίες, υποστηρίξαμε ως χώρα και ως υπουργείο Πολιτισμού, με κάθε τρόπο και με κάθε επιχείρημα, ότι η επιστροφή των Γλυπτών και η επανένωσή τους, προκειμένου το μνημείο να αποκτήσει την ακεραιότητά του, αποτελεί πολιτισμικό μονόδρομο. Αποτελεί μια διαρκή εκκρεμότητα που έχουμε χρέος να επιλύσουμε με διάλογο. Μια εκκρεμότητα ιστορική, πολιτισμική, επιστημονική, αισθητική, πολιτική και ηθική.».

Άραγε, στο «με κάθε τρόπο και με κάθε επιχείρημα» περιλαμβάνεται και η εν λόγω πρόταση; Και, με δεδομένη τη διαχρονική στάση του Βρετανικού Μουσείου, τι εννοούσε η τότε υπουργός με την επίλυση της «εκκρεμότητας» με «διάλογο»; Και πόσο προχώρησε το ζήτημα της διεκδίκησης ο ΣΥΡΙΖΑ, δεδομένου ότι, μόλις τον περασμένο Γενάρη, ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, μιλώντας στα «Νέα», δήλωσε ότι «το Μουσείο δεν θα επιστρέψει μόνιμα τα Γλυπτά στην Ελλάδα» και απέκλεισε το ενδεχόμενο «επ’ αόριστον δανεισμού» συμπληρώνοντας πως «όταν δανείζουμε, δανείζουμε σε εκείνους που αναγνωρίζουν την ιδιοκτησία»;

Η απάντηση της κυρίας Ζορμπά τότε στον διευθυντή περί «υπολειμμάτων της αποικιοκρατίας» ήταν πολύ όμορφη φιλολογικώς, αλλά δεν αντανακλούσε τίποτα ουσιαστικό σε επίπεδο πολιτικής εκ μέρους της Ελλάδας.

Η απόρριψη, εκ μέρους των κυβερνήσεων του ΣΥΡΙΖΑ, της δικαστικής διεκδίκησης της επιστροφής των Γλυπτών έχει μία λογική που μπορεί να συζητηθεί, δεδομένου ότι το ζήτημα είναι όντως βαθιά πολιτικό.

Ακριβώς, όμως, γι’ αυτόν τον λόγο ο ΣΥΡΙΖΑ είναι έκθετος και σε αυτό το μείζον ζήτημα. Διότι η πολιτική του στον πολιτισμό ήταν ακριβώς η ίδια με όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων. Και είναι προφανές, ότι η κυβέρνηση της ΝΔ συνεχίζει στον ίδιο δρόμο των προηγούμενων κυβερνήσεων (και) σε ό,τι αφορά στην διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αυτό είναι επόμενο, δεδομένης της στοίχισης των συστημικών κομμάτων πίσω από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει ήδη, από την ιδρυτική της πράξη στο Μάαστριχτ, εντάξει τον πολιτισμό στις ανάγκες αέναης αναπαραγωγής της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Έχει μετατρέψει και την πολιτιστική κληρονομιά σε ένα ακόμη πεδίο αγοραίας κερδοφορίας και ιδεολογικής χειραγώγησης.

Και όταν υπηρετείς με αξιοσημείωτη προθυμία αυτήν την ίδια με την κυβέρνηση πολιτική, ενώ, ταυτόχρονα, «κουνάς το δάχτυλο» διότι τώρα είσαι αντιπολίτευση, «τρίζουν» ακόμη και τα Γλυπτά του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο…