ΛΕΦ: Το ευφυές δάχτυλο στο μάτι του καπιταλισμού

Το πιο ταλαντούχο και επαναστατημένο παιδί της Ρωσικής Πρωτοπορίας

| 30/04/2020

«Από την κριτική των γερασμένων παρθένων

Υπερασπίζετε το “ΛΕΦ”»

Β. Μαγιακόφσκι

Με τις επαναστάσεις συμβαίνει το εξής εξοργιστικά άβολο: Η πραγματικά δύσκολη δουλειά ξεκινάει αφού τις κάνεις. Όχι μόνο γιατί έχεις να λύσεις το αντικειμενικό πρόβλημα του να χτίσεις κάτι το οποίο δεν έχει χτιστεί ποτέ στο παρελθόν, αλλά, ως απόρροια του προηγούμενου, διότι θα πρέπει να τις σώσεις και από τις μυριάδες προτάσεις για την σωτηρία τους.

Συνταγή δεν υπάρχει.

Παίρνεις το μωρό από το μαιευτήριο της Ιστορίας χωρίς οδηγίες χρήσης.

Μόνο με ευχές.

Και το πας σπίτι προσπαθώντας να καταλάβεις γιατί κλαίει γοερά.

Μπορείς φυσικά να προσπαθήσεις να ανοίξεις διάλογο μαζί του. Αλλά είναι βέβαιο ότι θα αποτύχεις. Το μωρό κατά πάσα πιθανότητα πεινάει.

Και ο μόνος τρόπος να το κάνεις να ηρεμήσει είναι να το ταϊσεις.

Η διαφορά του διαλόγου με την πράξη μπορεί να είναι, υπό ορισμένες συνθήκες, και η διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου για μια επανάσταση.

Υπάρχουν δύο στάσεις ζωής απέναντι σε αυτό το ζήτημα:

1) Δεν κάνεις τίποτε άλλο από το να κουνάς το δάχτυλο σε όποιον νομίζεις ότι «παρεκλίνει» της επαναστατικής «ορθότητας». Είναι ο πιο σύντομος δρόμος να την χαντακώσεις.

2) Δουλεύεις για την επανάσταση.

Η διαπάλη ανάμεσα στις δύο παραπάνω στάσεις ζωής χαρακτηρίζει κάθε μετεπαναστατική περίοδο. Και η έκβασή της εξαρτάται από τους συσχετισμούς δύναμης.

Από αυτόν τον κανόνα δεν εξαιρείται η Επανάσταση του Οχτώβρη. Και αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαπάλης, είναι η περίπτωση του ΛΕΦ.

Μια σχεδόν «ανάφλυφη» αποτύπωση αυτής της διαπάλης ανακάλυψε το «Περιοδικό» στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού «ΛΕΦ» (τεύχος Απριλίου – Μαϊου, 1923) και στο άρθρο του Μιχαήλ Λεβίντοφ, υπό τον τίτλο «Για τον Φουτουρισμό, ένα αναγκαίο άρθρο» (σελ. 130 – 137).

 

Ο αρθρογράφος

 

Ο Λεβίντοφ, (πραγματικό όνομα, Μιχαήλ Λέβιτ) ήταν ένα από τα πλέον δαιμόνια πνεύματα της πρωτοπορίας. Περισσότερο γνωστός ως δημοσιογράφος, ήταν επίσης συγγραφέας, μνημειώδης χρονογράφος και θρυλικός για τα ευφυή αποφθέγματά του, τα οποία του προσέδωσαν το προσωνύμιο του «Σοβιετικού Μπέρναρντ Σο».

Μιχαήλ Λεβίντοφ

Θεμελιωτής της θεωρίας της «οργανωμένης απλοποίησης της κουλτούρας», συνδέθηκε με το ΛΕΦ, το υπερασπίστηκε μέχρι το τέλος, αλλά, στην πραγματικότητα, ήταν περισσότερο οργανικό μέρος του κινήματος, παρά οργανωτικό μέλος του.

Ήταν επίσης έξοχος θεωρητικός της λογοτεχνίας, άριστος γνώστης της αγγλικής γλώσσας και μελετητής του Τζόναθαν Σουίφτ.

Από την πρώτη στιγμή τάχθηκε με την Επανάσταση και μεταξύ 1918 – 1920 ήταν στην διεύθυνση του διεθνούς τμήματος του Ρωσικού Τηλεγραφικού Πρακτορείου, του θρυλικού ΡΟΣΤΑ, στο οποίο εργάστηκε σχεδόν όλη η Ρωσική Πρωτοπορία, προεξέχοντος του Μαγιακόφσκι.

Ταξίδεψε ως ανταποκριτής σε όλη την Ευρώπη και έγραψε πλήθος άρθρων για θεωρητικά ζητήματα γύρω από την κουλτούρα, τη λογοτεχνία, το θέατρο και τον Τύπο, ενώ δίδαξε στην πρώτη πανεπιστημιακή σχολή δημοσιογραφίας της ΕΣΣΔ και από τις πρώτες σε διεθνές επίπεδο.

Τον Ιούνιο του 1941 συνελήφθη με την κατηγορία της «κατασκοπίας». Δικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση και πέθανε στη φυλακή. Το όνομά του αποκαταστάθηκε κατά τη 10ετία του ‘50.

 

Το άρθρο

 

Το για «Για τον Φουτουρισμό, ένα αναγκαίο άρθρο» είναι ένα έξοχο δείγμα των όρων και της κλίμακας της πολεμικής της εποχής γύρω από θεωρητικά ζητήματα που, όμως, είχαν τελικά άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή. Αντανακλά το πάθος της αντιπαράθεσης, το ύφος, αλλά και τις βαθύτερες αιτιάσεις της.

Στο Περιοδικό παρουσιάζουμε – σε μετάφραση δική μας, από το πρωτότυπο και, από όσο μπορούμε να γνωρίζουμε, για πρώτη φορά στα ελληνικά – το τρίτο μέρος του άρθρου με τίτλο «Καταραμένο γράμμα Μ. Καταραμένο γράμμα Φ.» που «συνοψίζει» τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Το Μ παραπέμπει στα αρχικά των ονομάτων του Μαρινέτι – ιδρυτή του ιταλικού Φουτουρισμού – και του Μαφιακόφσκι, ιδρυτή του ρωσικού Φουτουρισμού. Ενώ το Φ παραπέμπει στα δύο φουτουριστικά κινήματα και στο ιδεολογικό χάος που τα χωρίζει.

Το άρθρο επιχειρεί μια απάντηση στην άγρια επίθεση που δεχόταν το ΛΕΦ, ως κίνημα, από το στερεοτυπικό τμήμα του πολιτιστικού τομέα και της δημοσιογραφίας, το οποίο, ακριβώς επειδή ήταν στερεοτυπικό και παρά την επίκληση, εκ μέρους του, της διαλεκτικής, ερμήνευε με εντελώς αντιδιαλεκτικό τρόπο την πραγματικότητα, αρνούμενο να εγκαταλείψει τον προεπαναστατικό ακαδημαϊσμό ως εργαλείο σκέψης, παρά το ότι φαινομενικά τον πολεμούσε στο όνομα της «προλεταριακής κουλτούρας».

Το αποτέλεσμα ήταν, το πιο «γραφειοκρατικοποιημένο» κομμάτι του παραπάνω τμήματος, να βλέπει στο ΛΕΦ έναν «εχθρό».

‘Οχι, όμως, της Επανάστασης.

Δικό του.

Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, ούτε το ΛΕΦ ήταν γεμάτο «αβρότητα» απέναντι σε ό,τι επίσης νόμιζε ως «εχθρικό» για την Επανάσταση. Και όχι πάντα δίκαια. Αλλά ακριβώς αυτό είναι και το συναρπαστικό στοιχείο εκείνης της τρομερής εποχής: Οι αλλεπάλληλες διανοίξεις νέων δρόμων, που η ανθρώπινη διάνοια ανακάλυπτε για πρώτη φορά, μέσα από ηφαιστειακές συγκρούσεις.

 

Το ΛΕΦ

 

Τι είναι, όμως, το ΛΕΦ και γιατί να ενδιαφέρει τον άνθρωπο του 21ου αιώνα;

Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι η απάντηση στο δεύτερο. Και οι δύο αυτές απαντήσεις αφορούν στο σύνολο της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, η κληρονομιά της οποίας εξακολουθεί να δρα καταλυτικά στη σύγχρονη δημιουργία και να εμπνέει τα πρωτοπόρα τμήματά της.

Έστω και δίχως όρους κινήματος.

Άλλωστε η ζωή δείχνει, ότι δεν μπορούν να υπάρξουν τέτοιοι όροι στην τέχνη, εάν δεν υπάρχουν στην κοινωνία. Η ιστορία όλων των καλλιτεχνικών κινημάτων του περασμένου αιώνα είναι στην ουσία η αφήγηση αυτής της αλληλένδετης πορείας. Το Νταντά και ο Σουρεαλισμός είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Αν υπάρχει όμως ένα καλλιτεχνικό κίνημα που συνοψίζει με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο αυτή την διαπίστωση, τότε αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από τον Ρωσικό Φουτουρισμό και την πιο εμπνευσμένη, ευφυή, ταλαντούχα, φασαριόζικη και μαχητική συλλογική έκφρασή του: Το «Αριστερό Μέτωπο» τεχνών.

Το ΛΕΦ.

 

 

Η επαναστατική «μήτρα»

 

Το ΛΕΦ είναι παιδί της Επανάστασης του Οχτώβρη. Δίχως αυτήν δεν θα υπήρχε. Και παρέμεινε για πάντα παιδί, ακολουθώντας την σύντομη, σε χρόνο, αλλά ατέρμονη σε επίδραση και συνέπειες, ζωή, όλων των εκρηκτικών κινημάτων της πρωτοπορίας.

Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.

Δεν γίνεται αλλιώς.

Ακριβώς αυτό το σύντομο, αλλά λαμπερό σαν άστρο στην ακμή του, πέρασμά τους είναι το πρωταρχικό υλικό που τα κάνει τόσο συναρπαστικά και επιδραστικά.

Ακριβώς αυτή η χρονική αποτύπωση – σαν φωτογραφία – της εκδήλωσης όλης της δύναμής τους, σαν βεντάλια πυροτεχνημάτων, είναι που τα ορίζει ως σημεία αναφοράς ή ακόμη και ετεροκαθορισμού στο πέρασμα του χρόνου.

Ο Μπρετόν το είχε πει με μία φράση: Ο Σουρεαλισμός πέθανε (σσ. αν και μακράν αργότερα από όλα τα άλλα κινήματα της πρωτοπορίας), αλλά ο σουρεαλιστικός άνθρωπος ζει.

Αυτό ισχύει για όλα τα καλλιτεχνικά κινήματα που ένωσαν τις δυνάμεις τους στην πάλη για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Η Επανάσταση του Οχτώβρη απελευθέρωσε καταπιεσμένες κοινωνικές δυνάμεις, πρωτόγνωρες μέχρι εκείνη τη στιγμή για την ανθρωπότητα.

Οι συνέπειες αυτής της απελευθέρωσης πήραν χαρακτήρα «σειριακών εκρήξεων» σε όλους τους τομείς δράσης της ανθρώπινης διάνοιας. Σε ό,τι αφορά στο εποικοδόμημα, οι λαμπερότερες των «εκρήξεων» αυτών έλαβαν χώρα στο πεδίο της κουλτούρας και της τέχνης (η εποποιία του αλφαβητισμού αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο), όπου, για πρώτη φορά, τα πλέον ριζοσπαστικά κινήματά της που «γεννήθηκαν» από τις στάχτες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έβρισκαν στο κάλεσμα των μπολσεβίκων την πολιτική πραγμάτωση της κραυγής τους: «Στη Σοβιετική εργατοαγροτική Δημοκρατία όλη η τοποθέτηση του ζητήματος της διαφώτισης (…) και στον τομέα της τέχνης ειδικά, πρέπει να διαποτίζεται από το πνεύμα της ταξικής πάλης του προλεταριάτου για την επιτυχή πραγματοποίηση των σκοπών της δικτατορίας του, δηλ. για την ανατροπή της αστικής τάξης, για την κατάργηση των τάξεων, για την εξάλειψη κάθε εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο» (Β. Ι. Λένιν «Για τον προλεταριακό πολιτισμό», 1920).

Κινήματα όπως ο Σουρεαλισμός, το Νταντά και η ρωσική εκδοχή του Φουτουρισμού (απαλλαγμένη αρκετά νωρίς από τον φασιστικό εκφυλισμό της ιταλικής ηγεσίας του υπό τον Μαρινέτι) κ.ά. στην ακμή τους, πρόσφεραν ακόμη και αίμα στην υπόθεση αυτή (π.χ. οι ντανταϊστές στη γερμανική επανάσταση το 1919) με τη Ρωσία να μετατρέπεται σε ένα επίσης πρωτόγνωρο «πειραματικό εργαστήρι» για τα «πώς» και τα «γιατί» του ζητήματος της ενεργητικής συμμετοχής της ριζοσπαστικής διανόησης στο χτίσιμο του νέου προλεταριακού κράτους.

Ήταν αντικειμενικό, αυτός ο διάλογος να παίρνει ενίοτε και τη μορφή διαπάλης, τόσο στο εσωτερικό της διανόησης, όσο και στη σχέση της με το προλεταριάτο και την οργανωμένη πολιτική του πρωτοπορία, το λενινιστικό κόμμα νέου τύπου. Διότι, εκτός από το ότι δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, τα πρωτοπόρα τμήματα της διανόησης είχαν και έντονη πολιτική δράση, άρα επηρεάστηκαν (από) και εξέφραζαν και στο πεδίο της κουλτούρας την ιδεολογική διαπάλη της εποχής.

Το βέβαιο είναι ότι οι πιο φωτισμένοι εκπρόσωποι της επαναστατικής διανόησης ξεκαθάρισαν εξαρχής τα πράγματα για τη σχέση τους με την εργατική τάξη: Δουλειά. Δουλειά με όρους «βιομηχανικής» παραγωγής. Όχι βέβαια όπως εννοείται σήμερα από το κεφάλαιο η «πολιτιστική βιομηχανία», αλλά όπως εννοούνταν στην επαναστατημένη Ρωσία οι ανάγκες των προλεταρίων και των φτωχών αγροτών για αλφαβητισμό, χειραφέτηση, ύπαρξη ελεύθερου χρόνου και δημιουργική αξιοποίησή του, ψυχαγωγία, άρρηκτα δεμένα όλα αυτά με την εμψύχωση των επαναστατημένων ανθρώπων, σε μια χώρα ρημαγμένη από τον εμφύλιο και την ιμπεριαλιστική επέμβαση που ακολούθησαν της Επανάστασης.

Οι Ρώσοι Φουτουριστές δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό σε ό,τι αφορά στα παραπάνω: «Ο Οχτώβρης μας δίδαξε με τη δουλιά. Εμείς ήδη από τις 25 Οχτώβρη αρχίσαμε να δουλεύουμε» έγραφε το κύριο άρθρο υπό τον τίτλο «Γιατί παλεύει το ΛΕΦ», στο περιοδικό «ΛΕΦ» (Νο 1, 1923).

Ο λόγος που ξεχωρίζει το ΛΕΦ από τα άλλα, επίσης σημαντικά, ρωσικά καλλιτεχνικά, επαναστατικά κινήματα της εποχής, είναι αφενός η συγκρότησή του από διανοούμενους και καλλιτέχνες που θα αποτελούσαν αργότερα σημαντικά κεφάλαια, όχι μόνο της σοβιετικής, αλλά και της παγκόσμιας κουλτούρας και, αφετέρου, ότι σε αυτό αντανακλώνται περισσότερο ξεκάθαρα τα ιδεολογικά, πολιτικά, καλλιτεχνικά ζητήματα, οι αντιθέσεις και αντιφάσεις της διανόησης, οι αντιθέσεις και αντιφάσεις στο πλαίσιο της κοινής πάλης της με την εργατική τάξη, αλλά και οι αντιθέσεις και αντιφάσεις της ίδιας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια.

 

Το πριν

 

Φυσικά το ΛΕΦ δεν ήταν η πρώτη έκφραση της επαναστατικής διανόησης. Μόλις μια βδομάδα πριν την Επανάσταση (19/10/1917), δημιουργείται η «ΠΡΟΛΕΤΚΟΥΛΤ» («Προλεταριακή Κουλτούρα») με τον φιλόδοξο στόχο της «δημιουργίας μιας νέας προλεταριακής κουλτούρας».

Η «ΠΡΟΛΕΤΚΟΥΛΤ» αποτέλεσε την πλέον μαζική και περισσότερο προσηλωμένη στα επαναστατικά καθήκοντα οργάνωση της Σοβιετικής Ρωσίας, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια.

Έπαιξε καταλυτικό διαφωτιστικό ρόλο και δημιούργησε πολιτιστικές υποδομές σε κλίμακες που δεν είχαν προηγούμενο, φέρνοντας σε επαφή με τις τέχνες για πρώτη φορά τον αγροτικό πληθυσμό από άκρη σε άκρη της αχανούς χώρας.

Η αυτοδιάλυσή της και ο μετασχηματισμός της σε αυτό που αργότερα θα αποτελούσε ουσιαστικά ένα ανάλογο του «υπουργείου Πολιτισμού», είναι ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον κεφάλαιο.

Το Μάρτη του 1918 στην Πετρούπολη δημιουργείται η «Ενωση Λογοτεχνών» (Γκόρκι, Μπλοκ, Τσουκόβσκι κ.ά.), η οποία αυτοδιαλύθηκε το Μάη του 1919 λόγω των αντιθέσεων και της διαπάλης στο εσωτερικό της.

Επίσης το 1918 δημιουργείται η «Πανρωσική Ενωση Ποιητών» (Μπλοκ, Μπριούσοφ, Τίχονοφ κ.ά.) και η «Πανρωσική Ενωση Συγγραφέων».

Το 1919 εγκαινιάζεται στην Πετρούπολη το «Σπίτι των Τεχνών».

Παρεμβάλλεται το 1ο Πανρωσικό Συνέδριο Προλεταριακών Συγγραφέων (18-21/10/1920) και το 1921 δημιουργείται η «Πανρωσική Ενωση Αγροτών Συγγραφέων» και η «Πανρωσική Ενωση Προλεταριακών Συγγραφέων».

Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, δημιουργείται στις 30 Δεκεμβρίου του 1922 το ΛΕΦ, το οποίο αρχικά εμφανίζεται σαν ένα είδος της προλεταριακής μετεξέλιξης του ρωσικού Φουτουρισμού («νέο στάδιο στην ανάπτυξη του φουτουρισμού» κατά την άποψη των ιδρυτών του) και αποτέλεσε τον κυριότερο οργανωμένο εκφραστή της αντίληψης ότι τώρα η τέχνη έχει νόημα μόνο ως «κοινωνική παραγγελία».

 

Η φωτογραφία αυτή συνόδευε το μανιφέστο του Ρωσικού Φουτουρισμού «Χαστούκι στο δημόσιο γούστο» και απεικονίζει τα «τρομερά παιδιά» του ΛΕΦ. Από δεξιά: Α. Κρουτσιόνιχ, Ντ. Μπουρλιούκ, Β. Μαγιακόφσκι, Ν. Μπουρλιούκ, Μπ. Λίβσιτς.

 

Τα δύο «Φ»

 

Αυτή η αντίληψη λειτούργησε ευεργετικά στις προπαγανδιστικές ανάγκες του νέου κράτους (με κορυφαίες καλλιτεχνικές – προπαγανδιστικές επιδόσεις μέσω των «Παραθύρων» του Ρωσικού Τηλεγραφικού Πρακτορείου – ΡΟΣΤΑ), ενώ το ταλέντο και η διάνοια των συντελεστών του ΛΕΦ χάρισε στην παγκόσμια προοδευτική τέχνη μερικά από τα σημαντικότερα κεφάλαιά της.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο de facto επικεφαλής του κινήματος ήταν ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι.

Αν τα «σπάργανα» του ΛΕΦ ήταν η Επανάσταση, οι ιδέες του έχουν σαν αφετηρία το «παρακλάδι» του ρωσικού φουτουρισμού που «σκάει» την επαναστατική του «μύτη» το 1912, οπότε ο Μαγιακόφσκι και άλλοι επαναστάτες και κομμουνιστές – φουτουριστές (αδελφοί Μπουρλιούκ κ.ά.) δημοσιεύουν το μανιφέστο τους υπό τον τίτλο «Χαστούκι στο δημόσιο γούστο».

Αν και «απογαλακτισμένος» από τον ιταλικό Φουτουρισμό, ο ρωσικός «ξάδερφος» σε αυτό το κείμενο διατηρεί τη ρητορική του με αφορισμούς όπως «το παρελθόν είναι στενάχωρο», «η Ακαδημία και ο Πούσκιν πιο ακατανόητοι κι από ιερογλυφικά».

Αυτή η ρητορική απαντάται στο μανιφέστο του Φουτουρισμού που δημοσιεύτηκε το 1909 στην εφημερίδα «Φιγκαρό» με υπογραφή του Ιταλού ποιητή Φιλίπο Τομάζο Μαρινέτι (1876 – 1944), με ανάλογους αφορισμούς όπως, «ένα βρυχώμενο αυτοκίνητο, που μοιάζει να τρέχει πάνω σ’ ένα πολυβόλο, είναι πιο όμορφο από τη Νίκη της Σαμοθράκης…».

Σαν κίνημα, ο Φουτουρισμός θα χειραγωγηθεί από τα ιδεολογικά αδιέξοδα του ιδρυτή του, ο εθνικισμός του οποίου γίνεται φανερός στο μανιφέστο.

Ωστόσο, λίγο πριν, το 1905, ύμνησε τον αναρχισμό, αλλά το 1911 οι Ιταλοί φουτουριστές υποτροπίασαν χαιρετίζοντας τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στη Λιβύη. Όπως γράφει ο ντε Μικέλι (1), «σ’ αυτό το σημείο οι φουτουριστές αποχαλινώθηκαν και η αντιαστική τους θέση ναυάγησε άθλια».

Τελικά,το 1918 θα ιδρυθεί το «Φουτουριστικό Πολιτικό Κόμμα» με σαφή φασιστικά χαρακτηριστικά.

Στη Ρωσία το κίνημα είχε εντελώς διαφορετική πορεία, γι’ αυτό και είναι διακριτό στην παγκόσμια βιβλιογραφία σαν Ρωσικός Φουτουρισμός. Ο Μαγιακόφσκι, ήδη προεπαναστατικό στέλεχος του Μπολσεβίκικου Κόμματος, με κομματική, παράνομη δουλειά, διώξεις και φυλακίσεις, αλλά και ήδη αναγνωρισμένος ποιητής, δημιούργησε μετεπαναστατικά την ομάδα των «κομμουνιστών – φουτουριστών» μαζί με τον Οσιπ Μπρικ, καταλήγοντας στο ΛΕΦ, γύρω από το οποίο θα συσπειρωθούν λογοτέχνες και θεωρητικοί όπως οι Ασέγιεφ, Τρετιακόφ, Κάμενσκι, Παστερνάκ, ζωγράφοι κονστρουκτιβιστές όπως οι Ροντσένκο, Στεπάνοφ, Λαβίνσκι, κινηματογραφιστές όπως οι Αϊζενστάιν, Βερτόφ κ.ά.

Μπορεί ο μηδενισμός της πολιτιστικής κληρονομιάς να ήταν το βασικό θεωρητικό σημείο που διατήρησε το ΛΕΦ από το «ακραιφνώς» φουτουριστικό του παρελθόν (σ.σ. αν και ίδιες αντιλήψεις είχε και η «ΠΡΟΛΕΤΚΟΥΛΤ», που δεν είχε σχέση με τον φουτουρισμό), αλλά ήταν και το αφετηριακό σημείο από όπου χωρίστηκαν οριστικά και αμετάκλητα οι δρόμοι των Ιταλών και των Ρώσων φουτουριστών, με την ηγεσία των πρώτων να υποκλίνεται στο φασισμό και με τους δεύτερους να θέλουν να αντικαταστήσουν την παλιά από τη νέα επαναστατική τέχνη.

 

«Όλα τα πυροβόλα του φουτουρισμού»

 

Η μπολσεβίκικη «μαγιά» του ΛΕΦ αποπειράθηκε να συνδέσει τον Φουτουρισμό με τον Μαρξισμό και σε θεωρητικό επίπεδο: «Ο φουτουρισμός (επαναστατική τέχνη) όπως και ο μαρξισμός (επαναστατική επιστήμη) προορίζεται από τη φύση του να θρέψει την επανάσταση», βεβαίωνε ο Ν. Γκόρλοφ, ένας από τους θεωρητικούς του κινήματος.

Έτσι, από το αρχικό φουτουριστικό σύνθημα «να σταθούμε πάνω στον όγκο της λέξης “εμείς” μέσα σε μια θάλασσα σφυριγμάτων και αγανάκτησης», οι ΛΕΦοι ανακάτεψαν το δικό τους «μικρό “εμείς” στο τεράστιο “εμείς” του κομμουνισμού» και έθεσαν το κίνημα στις προσταγές της Επανάστασης: «Οργανώνουμε το ΛΕΦ. Το ΛΕΦ είναι η κάλυψη των μεγάλων κοινωνικών θεμάτων από όλα τα πυροβόλα του φουτουρισμού».

Θα ήταν λάθος (και θα αδικούσε όχι μόνο το εν λόγω κίνημα αλλά και την επαναστατική κουλτούρα που είχε αρχίσει να μορφοποιείται) να εκληφθεί το ΛΕΦ ως ένα είδος «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών» των φουτουριστών μεταξύ τους. Η δημιουργία του ΛΕΦ (όσο κι αν το ίδιο θα απέρριπτε αυτή τη θέση) ήταν ένα από τα αποτελέσματα των διεργασιών και της εξέλιξης της ρωσικής τέχνης και λογοτεχνίας των τελευταίων δύο αιώνων πριν την Επανάσταση. Διεργασίες που σαφώς επηρεάστηκαν από (και εξέφρασαν) το επαναστατικό κίνημα στην τσαρική αυτοκρατορία.

Προεπαναστατικά οι Ρώσοι φουτουριστές αντιμετώπιζαν την τέχνη ως «καταστροφή του καλουπιού» (σ.σ. εννοείται και το στερεότυπο). Το ΛΕΦ όμως ξεκαθάρισε πως το «καλούπι», το «στερεότυπο» και ο «βάλτος» αφορούσε στην προεπαναστατική πραγματικότητα, η οποία βέβαια έπρεπε «διά παντός» να «καταστραφεί».

Μετά τον Οχτώβρη λοιπόν, η «πρακτική πραγματικότητα» εκλήφθηκε ως «αιώνια ρευστή, μεταβαλλόμενη». Με αυτόν τον τρόπο οι θεωρητικοί του ΛΕΦ πίστευαν ότι καταστρέφεται το «αιώνιο όριο» μεταξύ της τέχνης και της πραγματικότητας και ότι τώρα πια είναι δυνατή η ύπαρξη μιας νέας τέχνης, της «τέχνης – οικοδόμου της ζωής». «Η ίδια η πρακτική ζωή πρέπει να κοσμείται με την τέχνη», βεβαίωνε ο Σ. Τρετιακόφ, εκ των βασικών θεωρητικών του «ΛΕΦ ».

Έτσι:

  • Η ζωγραφική «δεν είναι ο πίνακας, αλλά το σύνολο του ζωγραφικού διάκοσμου του τρόπου ζωής».
  • Το θέατρο πρέπει να μετατραπεί σε «σκηνοθετούμενο τρόπο ζωής» (σ.σ. αρκετά ασαφής ο όρος ακόμη και στη ρωσική γλώσσα, γεγονός που αντανακλά ακόμη ένα φουτουριστικό «βαρίδι» του ΛΕΦ) και
  • Λογοτεχνία να «γίνει» (σ.σ. θεωρηθεί, εκληφθεί) οποιοδήποτε έργο τέχνης που προβαίνει σε πράξη λόγου.

Οπότε, «ανακατεμένη» με την «πρακτική ζωή», η τέχνη ακυρώνει το διαχωρισμό της κοινωνίας σε δημιουργούς και καταναλωτές. «Η μάζα με χαρά και προθυμία κινείται στη διαδικασία της δημιουργίας», θριαμβολογούσε ο Ν. Τσουζάκ.

 

Τα δύο «μηδέν»

 

Το ζήτημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης την εποχή που εμφανίζεται το ΛΕΦ έχει και χαρακτηριστικά επιβίωσης, με την έννοια ότι το νέο σοβιετικό κράτος καλούνταν στην πράξη να ξεκινήσει από το «μηδέν», όχι μόνο λόγω της εντελώς διαφορετικής βάσης της κοινωνίας που δεν στηριζόταν πια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά και των αντικειμενικών δυσκολιών (σ.σ. το μέγεθος των οποίων έκανε τους αστούς να πιστεύουν στη σύντομη ημερομηνία «λήξης» του «εγχειρήματος»), που προέκυψαν από τον πόλεμο, τον εμφύλιο και την ιμπεριαλιστική επέμβαση.

Αυτό απαιτούσε οργάνωση, σχέδιο, προγραμματισμό και, φυσικά, δουλειά.

Στο πεδίο της κουλτούρας, το ΛΕΦ αποτέλεσε τη χαρακτηριστικότερη έκφραση αυτής της διαδικασίας.

Για τους ΛΕΦοι, η τέχνη δεν είναι αποτέλεσμα έμπνευσης αλλά «σχεδίου» και ορθολογισμού. Η ορολογία του ΛΕΦ είναι χαρακτηριστική:

  • Δεν «δημιουργώ» αλλά «κάνω» (φτιάχνω) (σ.σ. «Πώς να κάνετε στίχους», είναι ο τίτλος του γνωστού άρθρου του Μαγιακόφσκι).
  • Δεν «συγκροτώ» αλλά «επεξεργάζομαι» λέξεις.
  • Δεν υπάρχει «έργο τέχνης» αλλά «επεξεργασμένο υλικό».

«Ο άνθρωπος για μας κρίνεται όχι από αυτό που υποφέρει, αλλά από αυτό που κάνει» έγραφε ο Ο. Μπρικ.

Ο «προλεταριακός φουτουρισμός» του ΛΕΦ οδήγησε το κίνημα σε θεωρητικά μονοπάτια που τελικά το απέκοψαν από την «πρακτική πραγματικότητα» που το ίδιο με ειλικρινές πάθος και πρόθεση υπηρετούσε στην πράξη.

Πριν όμως συμβεί αυτό, ακόμη και οι ιδεολογικές του αντιφάσεις πρόφτασαν να προσφέρουν ακόμη μία υπηρεσία στη Σοβιετική – και όχι μόνο – κουλτούρα, φέρνοντας στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της διανόησης τέχνες όπως η φωτογραφία και ο κινηματογράφος που για την τσαρική και προεπαναστατική ρωσική αστική διανόηση δεν αποτελούσαν καν τέχνη.

Ορμώμενο από την ολοκληρωτική απόρριψη του παρελθόντος, το ΛΕΦ έφτασε στο σημείο να απορρίψει ως «γερασμένα» τα λογοτεχνικά είδη (μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα) και ως εκ τούτου «ανίκανα» να υπηρετήσουν την οικοδόμηση της νέας εργατικής κουλτούρας.

Στη θέση τους το ΛΕΦ έβαλε το «γεγονός» με τη δημοσιογραφική έννοια. Η «αντικατάσταση» της λογοτεχνίας από τον δημοσιογραφικό λόγο οδήγησε το ΛΕΦ στη «φετιχοποίηση» της φωτογραφίας, φέρνοντάς την, έτσι, στο προσκήνιο ως τέχνη.

Ποια ήταν, όμως, η πραγματικότητα, από την οποία αποκόπηκε το ΛΕΦ;

Το «κλειδί» βρίσκεται στο τι πραγματικά εννοούσε η Επανάσταση με το «ξεκινάμε από το μηδέν» και στο πώς αυτό εκφράστηκε από το ΛΕΦ. Η μηδενιστική απόρριψη της πολιτιστικής κληρονομιάς από τους ΛΕΦοι οδηγούσε, ή θα μπορούσε να οδηγήσει αν κάποιος τραβούσε στα άκρα αυτή τη θέση – αν και τελικά δεν εκφράστηκε έτσι – και στη μηδενιστική απόρριψη κάθε επιστημονικοτεχνικού επιτεύγματος. Οδηγούσε, τελικά, σε μια αντιδιαλεκτική και αντι-υλιστική θεώρηση της Ιστορίας, σε έναν… «φουτουριστικό μαρξισμό», που με τη σειρά του θα διολίσθαινε στον «κλασικό» ιδεαλισμό της «παρθενογένεσης».

Η βασική αντίθεση της αναζωογοννητικής ιδεολογικής διαπάλης των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων στο πολιτιστικό πεδίο σφραγίστηκε από την λενινιστική κριτική στην «ΠΡΟΛΕΤΚΟΥΛΤ», η οποία θα μπορούσε να πει κανείς ότι σε έναν βαθμό αφορά και στις ιδεολογικές αναζητήσεις του ΛΕΦ. Για τον Λένιν, ακόμη και ο όρος «προλεταριακή κουλτούρα», με την Επανάσταση μόλις να στέκεται στα πόδια της και με το σύνολο σχεδόν των καταπιεσμένων μαζών να μην ξέρει να διαβάζει, να γράφει και να κουβαλά τις συνέπειες του μακραίωνου αποκλεισμού του από τα επιτεύγματα της ανθρωπότητας, ήταν εξαιρετικά προβληματικός: «Θα κάνατε όμως τεράστιο λάθος αν δοκιμάζατε να βγάλετε το συμπέρασμα ότι μπορεί να γίνει κανείς κομμουνιστής χωρίς να αφομοιώσει ό,τι έχει συσσωρεύσει η γνώση του ανθρώπου (…) Ο προλεταριακός πολιτισμός δεν είναι κάτι που ξεπήδησε άγνωστο από πού, δεν είναι επινόηση των ανθρώπων που ονομάζουν τον εαυτό τους ειδικούς στον προλεταριακό πολιτισμό. Ολα αυτά είναι καθαρή ανοησία. Ο προλεταριακός πολιτισμός πρέπει να είναι η νομοτελειακή ανάπτυξη του αποθέματος των γνώσεων που επεξεργάστηκε η ανθρωπότητα κάτω από το ζυγό της καπιταλιστικής κοινωνίας (…)».

 

Το τέλος(;)

 

Αλλά και στο εσωτερικό του ΛΕΦ η ιδεολογική αντιπαράθεση ήταν εξαρχής έντονη, κοινό γνώρισμα άλλωστε όλων των κινημάτων της πρωτοπορίας. Συσπειρωμένο γύρω από το ομώνυμο περιοδικό του, το κίνημα άρχισε να χαλαρώνει τους εσωτερικούς δεσμούς του. Σύμφωνα με τον Μαγιακόφσκι, στην πρώτη περίοδο του ΛΕΦ (1922 – 1925 οπότε κλείνει προσωρινά και το περιοδικό που άρχισε να εκδίδεται από το 1923) «στριμώχνονταν» πάνω από δώδεκα διαφορετικές ομάδες (φουτουριστές, κονστρουκτιβιστές, φορμαλιστές, θεωρητικοί της τέχνης, «εφημεριδάδες» κ.ά.).

Αυτές οι ιδεολογικές αντιθέσεις και αντιφάσεις οδήγησαν το κίνημα σε μια «εσωστρέφεια» εντελώς ασύμβατη και υπονομευτική με την ουσία του και την φυσική εξωστρέφειά του.

Ωστόσο, δεν είχε σβήσει ακόμη.

Το 1927 εμφανίζεται το «Νέο ΛΕΦ» με αρχισυντάκτη και πάλι τον Μαγιακόφσκι και συντακτική ομάδα τους Αϊζενστάιν, Σκλόφσκι, Παστερνάκ, Ροντσένκο κ.ά. Η ύλη είναι σαφώς μικρότερη, όπως και ο αριθμός των μελών του. Διαφορετικές είναι και οι θέσεις του σε σχέση με το παρελθόν.

Αυτή η διαφορετικότητα όμως δεν αποδείχτηκε αρκετή. Νιώθοντας ότι ο κύκλος της προσφοράς του ΛΕΦ στην Επανάσταση ολοκληρώθηκε, ο Μαγιακόφσκι το εγκαταλείπει οριστικά τον Αύγουστο του 1928, μαζί με τους Ασέγιεφ, Μπρικ κ.ά.

Ο Τρετιακόφ θα συνεχίσει για μερικούς μήνες ακόμη, αλλά τελικά το περιοδικό θα κλείσει για πάντα.

Αφήνοντας όμως μια σπουδαία παρακαταθήκη και δίνοντας ένα σημαντικό ιστορικό μάθημα για το χρέος της σημερινής, αυτοπροσδιοριζόμενης ως προοδευτικής, ριζοσπαστικής, διανόησης, που δεν είναι άλλο, από το να συνταχτεί με την εργατική τάξη, αν πραγματικά εννοεί ότι ετεροκαθορίζεται από τη νομοτέλεια της τελικής απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από τα δεσμά της ταξικής εκμετάλλευσης.

Όχι κουνώντας το δάχτυλο.

Αλλά μπήγοντάς το στο μάτι του καπιταλισμού.

Όπως έκαναν το ΛΕΦ, το Νταντά, ο Σουρεαλισμός.

 

 

«III. Το καταραμένο γράμμα Μ. Το καταραμένο γράμμα Ф.» (2)

 

Του Μιχαήλ Λεβίντοφ

– Ο Μαγιακόφσκι; Καλός!… Ο Φουτουρισμός; Ε… εντάξει!…

Όμως ο Μαρινέτι;! Ο φασισμός;! (3)

Βλέπετε, και τα γράμματα του αλφάβητου έχουν τη δική τους αυθυπαρξία.

Και όχι άδικα, όχι άδικα…

Τυχαία σύμπτωση;

Μπορεί. Αλλά φανταστείτε, ότι αυτή η σύμπτωση δεν είναι τυχαία, ότι εδώ υπάρχει κάποια ψυχική συγγένεια… Τότε πώς;

Και ζαρώνουν το μέτωπο, και φτιάχνουν θεωριούλες και επινοούν σχήματα για τη σχέση του ρωσικού φουτουρισμού με τον ιταλικό.
Θεωριούλα πρώτης! Το σχήμα έχει ως εξής (4):

«Οι Φουτουριστές – γενικά μιλώντας, προσεγγιζόμενοι σε διεθνή κλίμακα – είναι ελεύθεροι σκοπευτές, μεσαιωνικοί μισθοφόροι.

Στην Ρωσία, που υπάρχει η σοβιετική εξουσία, είναι με αυτήν. Στην Ιταλία, που υπάρχει φασιστική εξουσία, είναι με αυτήν. Ο Μαγιακόφσκι θα ήταν στην Ιταλία ο Μαρινέτι και ο Μαρινέτι θα ήταν στην Ρωσία ο Μαγιακόφσκι.

Ο Φουτουρισμός είναι μια ισχυρή εκρηκτική ύλη, την οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει ο καθένας, ένα προηγμένο οβιδοβόλο, που μπορεί να στοχεύσει και να πυροβολήσει οπουδήποτε. Αρκεί να το κατευθύνεις ανάλογα. Είναι ένα αντικείμενο επιρροής και όχι ένα δημιουργικό υποκείμενο. Η τεχνική του, μη κομματική (5). Ο Φουτουρισμός είναι τεχνική της δημιουργίας. Ο Φουτουρισμός είναι μη κομματικός. Και ο μη κομματικός μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να είναι συνοδοιπόρος, ή, στη χειρότερη, ΝΕΠο-συνοδοιπόρος (6) της επανάστασης», λέει αυτός ο θρυμματισμένος συλλογισμός.

Είναι βαρετό, μέχρι δακρύων βαρετό, να παίρνεις ύφος μέντορα και να μιλάς με φωνή δασκάλου.

Ωστόσο, είναι αναγκαίο. Αναγκαίο γιατί, αν αφήσετε σήμερα αναπάντητη τη θεωριούλα ότι ο Μαγιακόφσκι απλώς υποδύεται τον Μαγιακόφσκι, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένας μασκαρεμένος Μουσολίνι, αύριο, στο διάλειμμα της συνεδρίασης του επαρχιακού οικονομικού συμβουλίου: “Ακούσατε τον Μαγιακόφσκι; Να γιατί δεν πρέπει ποτέ να εμπιστευόμαστε τους φουτουριστές!”

Επειδή… Μαμά – Ρωσία…

Όχι, ο Μαγιακόφσκι δεν είναι μασκαρεμένος Μουσολίνι και μάλιστα, «ακριβώς το αντίθετο» (7). Και σε ό,τι αφορά την μη κομματική τεχνική, αυτό ανήκει στην κατηγορία των αληθοφανών παραλογισμών, των αξιωματικών ηλιθιοτήτων.

Είναι άραγε αναγκαίο να εξηγηθεί η διαδικασία αλληλεπίδρασης του περιβάλλοντος με την ύλη;

Είναι, σε τελευταία ανάλυση, τεχνική διαδικασία.

Η φύση επιδρά στην ύλη, επεξεργάζοντάς την.

Αλλά από τις ιδιότητες του υλικού εξαρτάται αυτή η επεξεργασία του. Αυτή η επεξεργασία αποτελεί μια προβολή της φύσης. Η αλληλεπίδραση στη διαδικασία της επεξεργασίας – κατ΄ αυτόν τον τρόπο – είναι η αλληλεπίδραση με την φύση. Και σε τελευταία ανάλυση – τεχνική διαδικασία – υπάρχει διαδικασία αλληλοεπίδρασης περιβάλλοντος και υλικού. Η διαφορά έγκειται μόνο στον βαθμό δράσης του ενός στο άλλο.

Η ζωή και όλες οι διαδικασίες που υλοποιούνται μέσα της, δεν είναι παρτίδα σκάκι, όπου όλα τα πιόνια είναι συμβατικά και αδιάφορα, τυφλά όπλα στα χέρια των παικτών και η μοίρα του όπλου αλλάζει ανάλογα την ικανότητα των παικτών.

Τη φιλοσοφία του ντετερμινισμού (8), της μοιρολατρίας, του πεπρωμένου, ήρθε η ώρα να την πετάξουμε στον σκουπιδοντενεκέ! Τα πάντα στη γη είναι ζωντανά, τα πάντα ελέγχουν τον εαυτό τους, όλα είναι κομματικά, και η πέτρα, που χρησιμοποιήθηκε για το χτίσιμο του Παλατιού της Εργασίας και του Μνημείου της Επανάστασης, όχι αυτή που χρησιμοποιήθηκε για το χτίσιμο του Παλατιού του Τραπεζίτη και των φυλακών.

Ναι, ήταν ολόιδιες αυτές οι πέτρες, όσο βρίσκονταν στην κατάσταση του τίποτα, εκτός ζωντανής διαδικασίας. Αλλά όχι τώρα. Τώρα είναι διαφορετικές από θέση αρχής, ή αλλιώς, εκτεθειμένες στη διαδικασία αλληλεπίδρασης του περιβάλλοντος, τώρα με τη σειρά τους, αντίστοιχα αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους, γεννώντας διαφορετικά συναισθήματα: Γιατί τελικά τα συναισθήματα είναι διαφορετικά από την ενατένιση του Παλατιού της Εργασίας και του Παλατιού του Τραπεζίτη.

Η μαύρη πέτρα στο ιερό της Κάαμπα λειάνθηκε από τα φιλήματα των πιστών. Αυτή η λείανση δεν γέννησε άραγε πιστούς; Η μαύρη πέτρα στο ιερό της Κάαμπα δεν ήταν νεκρή. Πεθαίνει τώρα.

Και ζωντανεύει με κάθε χτύπημα του χρόνου, ζει φωτεινά, γρανίτης του Μνημείου της Επανάστασης, όπως στην πλατεία των Σοβιέτ.

Αυτός ο γρανίτης δεν είναι μη κομματικός. Γιατί έχει στόχο και τον συνειδητοποιεί τώρα αυτόν καθεαυτόν, με την ύπαρξη και την ζωή του. Ελκύεται από την δημιουργική διαδικασία. Ζει.

Ο Μαγιακόφσκι, όμως, όχι δεν είναι μασκαραμένος Μουσολίνι, αλλά δεν είναι και πέτρα. Ακόμη και για τους σκεπτικιστές, η ύπαρξή του είναι περισσότερο αναμφίβολη από την ύπαρξη της πέτρας.

Ο Ιταλικός Φουτουρισμός υπηρετεί τον φασισμό. Ο Ρωσικός Φουτουρισμός υπηρετεί την ιδέα των Σοβιέτ. Έχει άραγε λογική μια αναδιάταξη των ρόλων;

Στην περίτπωση του Μαρινέτι, είναι δυνατόν. Στην περίπτωση του Μαγιακόφσκι, όχι (και πριν και εδώ και στη συνέχεια, ο Μαγιακόφσκι είναι για μένα μόνο λογοτεχνικός όρος (9))

Για τη διαδικασία αλληλεπίδρασης της επανάστασης του φουτουρισμού.

Η δράση περιβάλλοντος – επανάστασης.

Ο Φουτουρισμός έχασε το προηγούμενο μπαϊρονικό-ρομαντικο-αναρχικό περιτύλιγμά του.

Διαποτισμένος με τις ιδέες της επανάστασης – ως πάλης για τον εξορθολογισμό της παραγωγής, βασισμένου στον εξορθολογισμό του καταμερισμού της εργασίας – εισήγαγε στην ιδεολογική καθημερινότητα την ιδέα της παραγώμενης τέχνης, βασισμένης στην αντιπαράθεση με την δημιουργία του «μετρ», και της διαδικασίας, στο αποτέλεσμα.

Διαποτισμένος με τις ιδέες της επανάστασης, ως πάλης για την οργανωμένη απλοποίηση της κουλτούρας, ο φουτουρισμός ορθώνει το ανάστημά του ενάντια στην αντικειμενικοποίηση των ιδιωτικών – και αυτών των ίδιων των λυρικών – αισθήσεων και ενάντια στο γέμισμα, με τέτοια εμπορεύματα, των πολυκαταστημάτων της πνευματικής ζωής, στο κέντρο αυτό της αντιδικίας μεταξύ του φουτουρισμού και της προλεταριακής ποίησης, της πολυκέφαλης και πολυομιλούσας σοβιετικής Βερμπίτσκαγια (10).

Και τελικά, υλοποιώντας την ιδέα της επανάστασης, ως ξεγυμνώματος της δεξίωσης (11), ο φουτουρισμός, ιδιαίτερα στο θέατρο, όχι μόνο ξεγύμνωσε δημόσια τη δεξίωση, αλλά την μετέτρεψε σε πόρνη, καθιστώντας τη δεξίωση προσβάσιμη σε όλους και στον καθένα.

Δράση ύλης – φουτουρισμού.

Εδώ υπάρχει μόνο μια σύντομη φόρμουλα. Η επανάσταση έμαθε να ερμηνεύει την τέχνη ως υλικό. Θεωρητικά αυτό ήταν γνωστό και πριν. Την πρακτική δυνατότητα αυτής της ερμηνείας, παρέδωσε στην επανάσταση ο φουτουρισμός.

Αλλά η ιστορία καμιά φορά δημιουργεί – για ένα σύντομο χρονικό διάστημα – τέτοιους παραλογισμούς. Φυσικά ο φασισμός λειτουργεί με επικίνδυνα, γι’ αυτόν, υλικά, μεταξύ αυτών και τον φουτουρισμό. Ο ιταλικός φουτουρισμός ποντάρει στον δυνατό. Υπέροχα! Τώρα, δυνατός μοιάζει ο φασισμός. Αύριο, δυνατή θα προκύψει η επανάσταση.

Κάθε κίνημα στον κόσμο που ποντάρει στον δυνατό, ποντάρει αντικειμενικά στην επανάσταση, όποιες κι αν είναι οι υποκειμενικές του φιλοδοξίες. Ο χρόνος αγαπάει την επανάσταση. Ο ιταλικός φουτουρισμός θα υπηρετήσει την επανάσταση και υποκειμενικά. Ήδη την υπηρετεί αντικειμενικά, συσσωρεύοντας στην πνευματική ζωή την ισχύ της αποτελεσματικότητας και της δύναμης, η οποία μπορεί να πραγματωθεί μόνο μέσα από έναν και όχι διττό δρόμο.

Όταν οι καιροί είναι επαναστατικοί, όλα τα γράμματα της αλφαβήτου είναι επαναστατικά.

 

Όσιπ Μπρικ

 

Σημειώσεις

 

1. Μάριο Ντε Μικέλι: «Οι πρωτοπορίες της τέχνης του 20ού αιώνα» («Οδυσσέας»)

2. az.lib.ru

3. Στο πρωτότυπο υπάρχει μόνο το θαυμαστικό. Για την πρόσθεση του ερωτηματικού ευθύνεται η ταπεινότητά μου, σε μια προσπάθεια να αποδοθεί η έκπληξη ανάμικτη με απορία την οποία ο Λεβίντοφ χρεώνει στους επικριτές του Φουτουρισμού. με λανθάνουσα, πλην σαφή, σαρκαστική διάθεση.

4. Τα εισαγωγικά που ακολουθούν είναι πάλι μια αυθαιρεσία του μεταφραστή για να γίνει κατανοητό στον αναγνώστη ότι όσα αναφέρονται εκτός των εισαγωγικών αποδίδονται από τον Λεβίντοφ στους επικριτές του φουτουρισμού.

5. Ο όρος έχει διαφορετική σημασία την εποχή που γράφτηκε το άρθρο και δεν σημαίνει, όπως σήμερα, «α-κομμάτιστος», δηλαδή ο μη ενταγμένος σε κάποιο κόμμα, αλλά ο μη ενταγμένος στο μπολσεβίκικο κόμμα ή αλλιώς, στο Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα (μπολσεβίκων), όπως ήταν η επίσημη ονομασία του την εποχή που γράφτηκε το άρθρο. Ο όρος εμπεριέχει την έννοια της «κομματικότητας», η οποία επέχει τη θέση αδιαπραγμάτευτης αξίας και προσωπικής στάσης για έναν κομμουνιστή – μέλος ενός Κομμουνιστικού Κόμματος. Συνεπώς, η κριτική περί «μη κομματικότητας», ειδικά εκείνη την περίοδο, δηλαδή τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, αποτελούσε μια σοβαρή κατηγορία, με μεγάλη αξιακή βαρύτητα στην κοινωνία, ακόμη και μεταξύ των μη μελών του κόμματος.

6. ΝΕΠ: Η Νέα Οικονομική Πολιτική που εφάρμοσε ο Λένιν από το 1921. Διαδέχθηκε εκείνη του «πολεμικού κομμουνισμού», με την οποία διασώθηκε η Επανάσταση τα χρόνια του εμφυλίου. Η ΝΕΠ μοιάζει σήμερα με «υποχώρηση» από τις οικονομικές αρχές του σοσιαλισμού, αλλά εκείνη την εποχή έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη της διαλυμένης, από τον Α’ Παγκόσμο Πόλεμο και τον εμφύλιο που ακολούθησε την Επανάσταση, νεαρής χώρα των Σοβιέτ. Πολύ συνοπτικά, με τη ΝΕΠ εισήχθησαν μερικές – ελεγχόμενες, πάντω, κεντρικά – πρακτικές της οικονομίας της αγοράς, όπως η δυνατότητα των αγροτών να διαθέτουν απευθείας τα προϊόντα τους και η δημιουργία μικρών επιχειρήσεων και συνεταιρισμών. Ακριβώς επειδή όμως η έστω και ελάχιστη αγοραία οικονομία μπορεί να δημιουργήσει έστω και προσωρινές διαφορές στο εισόδημα, η εργατική τάξη της εποχής δεν έβλεπε με καθόλου καλό μάτι τους «ΝΕΠοι», οι οποίοι αντιμετωπίζονταν από την κοινωνία και την σάτυρα ως ένα είδος νέας «μικρο-μπουρζουαζίας».
7. Φυσικά εδώ ο Λεβίντοφ δεν εννοεί ότι ο Μουσολίνι… είναι μασκαρεμένος Μαγιακόφσκι. Πρόκειται για έναν ακόμη από τους ρητορικούς σαρκασμούς του Λεβίντοφ.

8. Αλλιώς, αιτιοκρατία. Φιλοσοφικό δόγμα πάνω στην αντικειμενική φυσική σχέση και αλληλεξάρτηση των φαινομένων του υλικού και πνευματικού κόσμου. Ο κεντρικός πυρήνας του ντετερμινισμού είναι η ύπαρξη αιτιότητας, δηλαδή, μια τέτοια σύνδεση φαινομένων κατά την οποία, ένα φαινόμενο (αιτία), υπό συγκεκριμένες συνθήκες, δημιουργεί – παράγει – αναγκαστικά, ένα άλλο φαινόμενο (συνέπεια). Παρά τα φαινόμενα, ο ντετερμινισμός είναι απέναντι στον διαλεκτικό υλισμό και πιο κοντά στην μεταφυσική. Ειδικά ο προμαρξιστικός ντετερμινισμός, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί με συνέπεια και αποτελεσματικότητα σε έναν αριθμό σημαντικών κλάδων της επιστήμης της φύσης, ειδικά της βιολογίας, και αποδείχθηκε αδύναμος στην εξήγηση της κοινωνικής ζωής και των φαινομένων της συνείδησης. Διότι η μηχανιστική προσέγγιση των φαινομένων της ζωής, της κοινωνίας και της φύσης, παραπέμπει ουσιαστικά σε ένα «ανώτερο», «αόρατο» χέρι που «κινεί» τα «νήματα». Είναι προφανές γιατί οι μαρξιστές, ανάμεσά τους και οι Ρώσοι φουτουριστές, επιτίθενται στον ντετερμινισμό.

9. Ουσιαστικά αμετάφραστος όρος. Στο πρωτότυπο πρόκειται για μία λέξη που κατά πάσα πιθανότητα είναι λεξοπλασία του Λεβίντοφ από την ένωση των λέξεων «πρόζα» και «όρος». Σε απλά ελληνικά θα μπορούσε να αποδοθεί και ότι ο Μαγιακόφσκι «είναι ένα κεφάλαιο μόνος του».

10. Λογικά ο Λεβίντοφ εδώ εννοεί την Αναστασία Αλεξέγιεβνα Βερμπίτσκαγια (1861 – 1928). Εντελώς ξεχασμένη σήμερα, ωστόσο ήταν η διασημότερη γυναικεία λογοτεχνική πένα της εποχής, ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια. Η Βερμπίτσκαγια αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αλλά ανεξερεύνητη, περίπτωση στα ρωσικά, αλλά και τα ευρωπαϊκά γράμματα. Αν και το λογοτεχνικό ταλέντο της αμφισβητείται ακόμη και από την ίδια – η οποία θεωρούσε τη λογοτεχνία απλώς ως μέσο για να διαδώσει τις ιδέες της – ωστόσο, αυτό δεν εμπόδισε το έργο της να μπει σε κάθε ρωσικό σπίτι στο οποίο υπήρχε κάποιος ή κάποια που να μπορεί να διαβάσει, από τις αρχές ακόμη του 20ού αιώνα. Πάλεψε για την γυναικεία χειραφέτηση, αν και η μετεπαναστατική κριτική την θεωρούσε ιδεολογικά «ναϊφ», πάντως λογοτεχνικώς… «ευχάριστη». Σαφώς όμως ο Λεβίντοφ και οι φουτουριστές την θεωρούσαν ως λογοτεχνικό παράδειγμα προς αποφυγή και – στην περίπτωση του άρθρου του Λεβίντοφ – ως ένα είδος «επιδημίας» για τη ρωσική λογοτεχνία.

11. Για την παράγραφο αυτή με τον όρο «δεξίωση» θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρο ξεχωριστό κείμενο για τα πεπερασμένα όρια της μετάφρασης γενικώς και του μεταφραστή του άρθρου ειδικώς. Διότι στην πραγματικότητα, η «δεξίωση» είναι μόνο μία από τις τουλάχιστον τρεις, εάν όχι περισσότερες, χρήσεις της αντίστοιχης ρωσικής λέξης. Επέλεξα αυτήν την ερμηνεία σχεδόν «ενστικτωδώς», από την γενικότερη ρητορική «ατμόσφαιρα» της παραγράφου, αφού, στην ουσία, δεν παρερμηνεύεται το νόημά της. Το οποίο είναι φυσικά και ο τελικός στόχος κάθε μεταφραστικής απόπειρας.