Μην θρηνείτε πάνω από τους χαρτοπολτούς

Το βιβλίο στον καπιταλισμό είναι εμπόρευμα. Και αν θέλει να σωθεί, πρέπει να πάψει να είναι

| 08/06/2021

Η δίκαιη οργή για την πολτοποίηση των βιβλίων των εκδόσεων Γαβριηλίδη από τις τράπεζες, είναι μια ευκαιρία – εντάξει, κακή, αλλά ευκαιρία – να (ξανα)θυμηθούμε, ότι το βιβλίο στον καπιταλισμό είναι εμπόρευμα, όπως κάθε τι άλλο. Του αέρα που αναπνέουμε συμπεριλαμβανομένου.

Ο εκδοτικός τομέας είναι μια από τις μεγαλύτερες «πολιτιστικές βιομηχανίες» στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη συνολική αγοραία αξία του να εκτιμάται σε 36 – 38 δισεκατομμύρια ευρώ. Ολόκληρη η αλυσίδα της βιβλιοπαραγωγής (συμπεριλαμβανομένων συγγραφέων, πωλητών, εκτυπωτών, σχεδιαστών κ.λπ.) εκτιμάται ότι απασχολεί περισσότερους από μισό εκατομμύριο εργαζόμενους, σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Εκδοτών του 2018, ενώ ετησίως εκδίδονται στην ΕΕ περισσότεροι από 500.000 τίτλοι.

Όπως κάθε άλλος οικονομικός κλάδος, έτσι και αυτός των εκδόσεων βιβλίων υφίσταται το σύνολο των συνεπειών της καπιταλιστικής οικονομίας. Μια από αυτές, είναι γνωστή ως συγκέντρωση και συγκεντροποίηση κεφαλαίου. Πιο απλά, οι μεγάλοι «τρώνε» τους μικρούς και μονοπωλιοποιούν την σχετική αγορά.

Για παράδειγμα, σύμφωνα με στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου – τι να γίνεται άραγε αυτή η ψυχή; – το 2008 μόλις 23 εκδότες (με πάνω από 80 τίτλους) εξέδωσαν το 37,4% της παραγωγής, 172 μεσαίοι εκδότες (με 10 – 79 τίτλους) το 43,1%, ενώ 707 «μικρότεροι» εκδότες εξέδωσαν το 18,4%. Το 2006, το 30% (περίπου 500 εκδότες) εξέδιδε το 84% της παραγωγής, με το 2% να εκδίδει το 29%. Την ίδια περίοδο, από τα 2.000 βιβλιοπωλεία της χώρας μόνο τα 100 πωλούσαν αμιγώς βιβλία.

Η παραπάνω τάση επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της έρευνας του ΟΣΔΕΛ (Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου) τον Ιούνιο του 2020. Μετρώντας το μέγεθος εκδοτικών επιχειρήσεων και σύνθεση του όγκου της βιβλιοπαραγωγής στο σύνολο της τριετίας 2017 – 2019 προκύπτει ότι οι τρεις μεγαλύτεροι εκδότες (Πατάκης, Μεταίχμιο, Ψυχογιός), με συνολικό αριθμό 2.882 βιβλίων, αντιπροσωπεύουν το 9,3% της συνολικής βιβλιοπαραγωγής της τριετίας.

Είναι χαρακτηριστικό της μονοπωλιοποίησης του κλάδου, ότι μόλις 65 επιχειρήσεις από τις 1.269 κατάφεραν να εκδώσουν πάνω από 100 τίτλους κατά το ίδιο διάστημα, ενώ, 145 δεν έβγαλαν ούτε έναν τίτλο μέσα στην τριετία και 322 κατάφεραν να εκδώσουν μόλις έναν τίτλο. Ακόμη κι αν υποθέσουμε – όπως κάνει η έρευνα – ότι αυτά τα 145 εκδοτικά είναι «ανενεργά», χωρίς όμως να έχουν αναστείλει την νομική υπόστασή τους, η τάση παραμένει σαφέστατη.

Και για τους νοσταλγούς, ιδού ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο: «Οι παραδοσιακές και μακροβιότερες επιχειρήσεις του χώρου, που ιδρύθηκαν προ του 1974, αντιπροσωπεύουν σήμερα μόνον το 9% (1 στις 10) του συνόλου των επιχειρήσεων.».

Τι συμπέρασμα προκύπτει από τα παραπάνω; Ότι από τη στιγμή που το μεγάλο εκδοτικό κεφάλαιο και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει το βιβλίο ως εμπόρευμα, με/και από το οποίο προσδοκά υπερκέρδη – πατώντας επί των «πτωμάτων» των ανταγωνιστών και, ενίοτε, των συνειδήσεων των πελατών/αναγνωστών – η πολτοποίηση είναι τόσο εύλογη και ευνόητη, όσο ταυτόχρονα βάρβαρη και αποκρουστική.

Η νέα γενιά των εκδοτών – και είναι πολλοί: περισσότερες από 1 στις 4 (27%) σημερινές εκδοτικές επιχειρήσεις ιδρύθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, μετά το 2008 – ισορροπεί ανάμεσα στις καλές προθέσεις και την καπιταλιστική άβυσσο. Και δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο την ζούγκλα του αγοραίου ανταγωνισμού. Αλλά και την επιταχυνόμενη επίθεση στην ουσιαστική γνώση που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη από το κράτος, στην Εκπαίδευση.

Πόσοι αναγνώστες και αναγνώστριες περιμένουμε αλήθεια να δημιουργηθούν, από ένα σχολείο που εξόρισε τις ανθρωπιστικές επιστήμες και την καλλιτεχνική παιδεία;

Γι΄ αυτό και για τους νέους εκδότες, είναι μονόδρομος η συνάντησή τους με τους εν δυνάμει αναγνώστες τους, στον δρόμο. Παραφράζοντας τον Τζο Χιλλ, τον ηγέτη των Wobblies, μπροστά από την κρεμάλα: Μην θρηνείτε πάνω από τους πολτούς που κάποτε ήταν βιβλία. Αγωνιστείτε.