Ούτε "άρτος", ούτε "θεάματα"

Οι άστεγοι, οι στεγασμένοι και η πολιτιστική πολιτική της κυβέρνησης

| 11/10/2015

Δίχως στέγη, δίχως τροφή… αλλά με δωρεάν είσοδο στα μουσεία για τους άστεγους και πεινασμένους «απαντά» η κυβέρνηση στην εξαθλίωση. Για τους υπόλοιπους… πανάκριβη «πόρτα» στην πολιτιστική κληρονομιά

Αίφνης, οι πάντες, από τα συστημικά ΜΜΕ, μέχρι το αστικό πολιτικό σύστημα, αφιέρωσαν χώρο και χρόνο στην πολιτιστική κληρονομιά, όχι λόγω των τεράστιων και συνεχώς διογκούμενων προβλημάτων που αντιμετωπίζει – «ποιος νοιάζεται»… –  αλλά με αφορμή την πρόταση του υπουργού Πολιτισμού, Αριστείδη Μπαλτά, κατά τη διάρκεια της συζήτησης στη βουλή για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, για τη χρήση των κερδών από την αύξηση του εισιτηρίου στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία, ως «ισοδύναμων» της άρσης της επιβολής ΦΠΑ 23% στην ιδιωτική εκπαίδευση.

Συγκεκριμένα, μιλώντας για την καθιέρωση του ηλεκτρονικού εισιτηρίου (σσ. πολλοστή εξαγγελία κατά σειρά από διάφορες πολιτικές ηγεσίες στο ΥΠΠΟ) αναφέρθηκε και στην αύξηση της τιμής των εισιτηρίων στους αρχαιολογικούς χώρους για την οποία είπε ότι «αυτή τη στιγμή είναι απαράδεκτα χαμηλή»!

«Αυτή η επιλογή», πρόσθεσε ο Α. Μπαλτάς, «μπορεί να αποδώσει τα ισοδύναμα του 23% στην ιδιωτική εκπαίδευση». «Το Υπουργείο Πολιτισμού είναι και παραγωγός πλούτου και αυτό μπορεί να είναι η συμβολή του στην οικονομία».

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο πολιτισμός συνδέεται με την οικονομία από το αστικό πολιτικό προσωπικό. Το οποίο φυσικά αποφεύγει τη θεμελιώδη «λεπτομέρεια»: Ότι πρόκειται για καπιταλιστική οικονομία. Συνεπώς, ο πολιτισμός «καλείται», ως μη όφειλε, να «συμβάλλει» σε μια οικονομία που βασίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, στην ατομική αρπαγή του κοινωνικά παραγώμενου πλούτου.

Δεν είναι η πρώτη φορά που μια πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού «διαπιστώνει» ότι η Αρχαιολογική Υπηρεσία είναι «παραγωγός πλούτου». Αποφεύγοντας, πάντα, να απαντήσει σε ένα εύλογο ερώτημα: Γιατί τότε είναι η πιο άγρια υποβαθμισμένη, από άποψη τραγικών ελλείψεων σε αριθμό προσωπικού και πόρους και ποσοστού επί του κρατικού προϋπολογισμού και γενικά δημοσίων δαπανών;

Διότι, αν ετίθετο στο δημόσιο διάλογο αυτό το ερώτημα, τότε θα αποκαλυπτόταν ότι το αστικό κράτος και οι κυβερνήσεις του, κυρίως από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και μετά – οπότε τέθηκε και το βασικό ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινούνταν η Ευρωπαϊκή Ένωση στο εξής – εντελώς συνειδητά και συντονισμένα, ανεξαρτήτως κομμάτων που εναλλάσσονταν στην εξουσία, αποδομούν το δημόσιο χαρακτήρα της διαχείρισης του πολιτισμού, προς όφελος του κεφαλαίου. Ακριβώς διότι ο πολιτιστικός τομέας παράγει και πλούτο, ο οποίος, όπως συμβαίνει σε κάθε τομέα, θα πρέπει να «τσεπωθεί» από τους ιδιώτες, με διάφορους έμμεσους ή άμεσους τρόπους.

Έτσι εξηγείται και η εξακολουθητικά, δημόσια διατυπωμένη, από τις «πολιτιστικές» ηγεσίες της «πρώτης» και «δεύτερης» φοράς «αριστερής» κυβέρνησης, άποψη, ότι η τιμή των εισιτηρίων στα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους είναι…  «απαράδεκτα χαμηλή»!

Η αμέσως προηγούμενη φορά που ακούστηκε αυτή η «βαθυστόχαστη» και γεμάτη προσποιητή «έκπληξη» «διαπίστωση» ήταν τον περασμένο Μάρτιο, από τον τότε υπουργό Πολιτισμού του ίδιου κυβερνητικού συνασπισμού, Νίκο Ξυδάκη. Τότε, είχε τεθεί ως εξής: «Έχουμε ακόμα τα φθηνότερα εισιτήρια σε όλη την Ευρώπη. Σε τέτοιον βαθμό, ώστε αδικούμε την αξία του προσφερόμενου αγαθού».

Τότε γράφαμε ότι πρόκειται για μία άποψη μάλλον προβληματική, αφού, ακόμη κι αν προσπεραστεί η «περίεργη» αντιστοίχιση της αξίας της πολιτιστικής κληρονομιάς με το ύψος της τιμής του εισιτηρίου πρόσβασης σε αυτήν, προκύπτουν δύο εύλογα ερωτήματα: 1) Ποιο είναι το ποσό που πρέπει να κοστίζουν τα εισιτήρια για να «μην» απαξιώνονται τα μνημεία 2) Γιατί η ελεύθερη πρόσβαση σε αυτά του ελληνικού λαού συνιστά απαξίωσή τους;

Ο τότε υπουργός Πολιτισμού δεν μπήκε σε τέτοιες «λεπτομέρειες». Έσπευσε όμως να «ενοχοποιήσει», εμμέσως πλην σαφώς, τον ελληνικό λαό, ότι, παρά τα «φθηνά», κατά τη γνώμη του, εισιτήρια και παρά τις «πολλές», κατά τη γνώμη του, μέρες ελεύθερης εισόδου τη χειμερινή περίοδο, ο κόσμος προτιμάει να δώσει τρία ευρώ για καφέ παρά για εισιτήριο μουσείου!

Σχολιάζαμε λοιπόν, ότι πρόκειται για ένα ακόμη τυπικό παράδειγμα αστικής προπαγάνδας: Η μετάθεση της ευθύνης για την υλική και πολιτισμική εξαθλίωση…στον εξαθλιωμένο. Λέγαμε επίσης, ότι φυσικά, για το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός δεν γνωρίζει την πολιτιστική του κληρονομιά δεν φταίει η προτίμησή του στον καφέ, αλλά ένα σύστημα που εκλαμβάνει τον πολιτισμό και την πρόσβαση σε αυτόν ως «δικαίωμα» της αστικής ελίτ. Η ποιότητα του πνευματικού επιπέδου ενός λαού σχετίζεται άμεσα με το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα. Δεν υπήρξε ποτέ και ούτε θα υπάρξει περίπτωση να κυριαρχεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο στην παραγωγική βάση μιας κοινωνίας και να μην αντανακλάται αυτή η ταξική αντίθεση στην εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, την πρόσβαση στον πολιτισμό κλπ. Από αυτήν την άποψη λοιπόν είναι απαράδεκτη η επιβολή εισιτηρίου για τον ελληνικό λαό ακόμη και με συμβολικό κόστος ενός λεπτού. Πολύ περισσότερο η αύξησή του. Αλλά και από καθαρά πρακτική άποψη, το σημερινό κόστος πρόσβασης σε έναν αρχαιολογικό χώρο ή μουσείο για μια μέση ελληνική οικογένεια, το χρόνο που μπορεί και θέλει, ήταν ήδη μεγάλο και έγινε απαγορευτικό με την επιβολή των αντιλαϊκών μέτρων. Η αύξηση θα σημάνει την «ταφόπλακα» σε ό,τι ξέραμε μέχρι σήμερα ως πρόσβαση στην πολιτιστική κληρονομιά.

Ως προς αυτό, πριν λίγες μέρες η «Καθημερινή», σε ρεπορτάζ της Γιώτας Συκκά, ανέφερε ότι οι αυξήσεις που θα συζητηθούν στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο την ερχόμενη Τρίτη θα φτάσουν σε ορισμένες περιπτώσεις και τα 200%...

Επιπλέον θυμίζουμε, ότι η αύξηση της τιμής του εισιτηρίου στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία αποτελεί πρόταση της κυβέρνησης προς τους δανειστές, δια της περίφημης «λίστας Βαρουφάκη», για πηγές εσόδων. Αυτό και μόνο το γεγονός αποτελεί την «επιτομή» της απόλυτης εμπορευματικής αντίληψης για τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, η οποία εκλαμβάνεται με τον πλέον ανοιχτό και κυνικό τρόπο ως μέσο δημιουργίας πλεονάσματος για την επανεκκίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας, ενώ ήδη έχουν τσακιστεί οι εργασιακές σχέσεις και τα δικαιώματα. Μάλιστα, στη «λίστα» προσδιοριζόταν ο περασμένος Ιούνιος ως χρόνος εφαρμογής της νέας αυξημένης τιμής.

Θυμίζουμε, ότι και η αύξηση της τιμής των εισιτηρίων δεν είναι «προνόμιο» της σημερινής κυβέρνησης. Αποτελεί διαχρονικό «μοτίβο». Οι δικαιολογίες μόνο αλλάζουν αν και είναι πάντα εξόφθαλμα ανορθολογικές. Σήμερα θέλουν να αυξήσουν την τιμή επειδή στο εξωτερικό είναι… ακριβότερα!

Το 2000, για παράδειγμα, η τότε κυβέρνηση «εφηύρε» ακόμα μία εξόφθαλμα παράλογη δικαιολογία. Έτσι, το Μάη του 2000, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ενέκρινε αλματώδη αύξηση της τιμής των εισιτηρίων, η οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, ήταν διπλάσια! Η δικαιολογία; Η μεγάλη πτώση των εσόδων από εισπράξεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους! Λόγος ο οποίος αφενός παραπέμπει σε μια αντίληψη «μαγαζιού» για την πολιτιστική κληρονομιά, αφετέρου θα έπρεπε λογικά να οδηγήσει σε μείωση της τιμής και όχι σε αύξηση.

Ο αγοραίος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα μνημεία προκύπτει και από τη «σαλαμοποίησή» τους με αποκλειστικό κριτήριο την επισκεψιμότητα. Διότι το κριτήριο δεν είναι η πρόσβαση στην πολιτιστική κληρονομιά, αλλά να «πουληθεί» ακριβά το «εμπόρευμα». Γι’ αυτό και οι αυξήσεις ξεκινούν από μνημειακά σύνολα όπως της Ακρόπολης της Αθήνας.

arch708

Επιπλέον, το ΥΠΠΟ έλεγε ότι «η εφαρμογή του ηλεκτρονικού εισιτηρίου και η αύξηση της τιμής αναμένεται να αποδώσουν ιδιαίτερα τη νέα τουριστική περίοδο με το ωράριο 8πμ- 8 μ.μ.». Όμως, «για να εξυπηρετηθεί το ωράριο αυτό, αλλά και για τις ανάγκες που υπάρχουν σε μουσεία εκτός αυτού του προγράμματος, αναμένεται η έγκριση των συναρμοδίων υπουργείων για την πρόσληψη επιπλέον 720 εποχικών φυλάκων». Δηλαδή θα συνεχιστεί η εργασιακή ομηρία, παρά το γεγονός ότι η πολιτιστική κληρονομιά έχει τεράστια ανάγκη σε μόνιμο προσωπικό.

Είναι προφανές, ότι όλα τα παραπάνω ισχύουν και σήμερα. Η πρόταση Μπαλτά για μετατροπή του κέρδους από την αύξηση των εισιτηρίων σε μνημονιακό «ισοδύναμο» αποτελεί, ουσιαστικά, εφαρμογή της «λίστας Βαρουφάκη».

Κάναμε, όμως, ένα λάθος: Νομίζαμε ότι ο αστικός πολιτικός κυνισμός είχε πιάσει «πάτο» με τις «Ξυδάκειες» «σοφίες» περί… καφέ. Κι όμως, ο νυν υπουργός Πολιτισμού, Α. Μπαλτάς, απέδειξε ότι… πάντα υπάρχουν περιθώρια «βελτίωσης». Μάλιστα, όσο γρηγορότερα ξεγυμνώνεται και αποκαλύπτεται η πολιτική αθλιότητα της σοσιαλδημοκρατίας, όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή με τον ΣΥΡΙΖΑ και το μνημονιακό του «βάπτισμα», τόσο πιο αποκαλυπτική και κωμικοτραγική γίνεται η απόπειρα αιτιολόγησής της.

Έτσι, αφού ο υπουργός Πολιτισμού «θύμισε» στη βουλή ότι «η ανθρωπιστική κρίση που διάγει η χώρα τα τελευταία χρόνια συνεχίζεται» πρόσθεσε ότι το υπουργείο Πολιτισμού «απέναντι σε αυτήν την κατάσταση ήδη μπορεί να πάρει μια πρωτοβουλία. Στην κάρτα αλληλεγγύης που ίδρυσε το πρώτο νομοσχέδιο της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να προστεθεί η δωρεάν είσοδος στα μουσεία και στους αρχαιολογικούς χώρους, η δυνατότητα σε αυτούς που έχουν ή δεν έχουν το πιάτο φαΐ και τη στέγη πάνω απ’ το κεφάλι να απολαύσουν και να προβληματιστούν για τους δικούς μας πολιτιστικούς θησαυρούς»!

Ω, τι «ανθρωπισμός»! Οποία «ψυχοπονιάρα» «αριστερή» πολιτική παρέμβαση! Σε εκείνους που, λόγω της πολιτικής την οποία υπηρετεί και αυτή η κυβέρνηση, εξαθλιώνονται τόσο όσο να «έχουν ή να μην έχουν» ένα πιάτο φαΐ ή «στέγη πάνω από το κεφάλι»… η ίδια κυβέρνηση θα τους «φιλέψει» δωρεάν είσοδο να θαυμάσουν τα μεγαλεία και τα επιτεύγματα των ένδοξων προγόνων τους..!

Για να μη «φρίξουν» μάλιστα οι δανειστές από την τόσο «γερή» επίδειξη «ριζοσπαστικά αριστερής» πολιτικής, ο υπουργός έσπευσε αμέσως να τους καθησυχάσει λέγοντας ότι «αυτό δεν γίνεται εις βάρος του κρατικού προϋπολογισμού»! «Αντίθετα, μπορεί να γίνει σε συνάρτηση με την αύξηση του κρατικού προϋπολογισμού ως προς αυτά, γιατί παράλληλα το Υπουργείο Πολιτισμού ήδη έχει δρομολογήσει την αύξηση των εισιτηρίων στους αρχαιολογικούς χώρους, όπου αυτήν τη στιγμή είναι απαράδεκτα χαμηλές»!

Ο υπουργός έπλεξε το εγκώμιο και στο Ίδρυμα Νιάρχου για το «Κέντρο Πολιτισμού» και την… «εξαιρετικά γενναιόδωρη προσφορά του», σε ένα ακόμη χαρακτηριστικό δείγμα απροσχημάτιστης υπεράσπισης της πολιτικής παραχώρησης του πολιτισμού στο κεφάλαιο.

Δεν υπήρχε φυσικά αμφιβολία και για τη συνέχιση της αγοραίας πολιτιστικής πολιτικής σε όλα τα επίπεδα. Μιλώντας για την πολιτιστική κληρονομιά έκανε λόγο για «πραγματική συνεργασία μέσω των ΠΕΠ με όλες τις περιφέρειες της χώρας που έχουν κάποια χρήματα να μπορούν να συνδράμουν και τον πολιτισμό».

Όμως, οι Περιφέρειες και τα προγράμματα που διαχειρίζονται δεν είναι “αθώα”. Εντάσσονται στην ίδια αγοραία λογική. Με τον «Καλλικράτη»  «μεταφέρθηκαν» στις Περιφέρειες σειρά αρμοδιοτήτων, μεταξύ αυτών και πολιτιστικές. Μάλιστα, στην παράγραφο 5 του άρθρου 100 του νόμου (αφορά στις «Προγραμματικές Συμβάσεις») αναφέρονται τα εξής: «Εφόσον τα προβλεπόμενα στην προγραμματική σύμβαση έργα, προγράμματα και υπηρεσίες είναι πολιτιστικού χαρακτήρα, όπως η ανάδειξη, προστασία και συντήρηση μνημείων, οι παρεμβάσεις σε διατηρητέα ή παραδοσιακά κτίρια και οικισμούς, η διάσωση και διάδοση στοιχείων του πολιτισμού, η ανέγερση και λειτουργία χώρων πολιτισμικών λειτουργιών, η υποστήριξη δραστηριοτήτων και εκδηλώσεων που αφορούν την επιστήμη, τα Γράμματα και τις Τέχνες, συμμετέχει, ως συμβαλλόμενος, το Υπουργείο Πολιτισμού. Η προγραμματική σύμβαση καλείται “προγραμματική σύμβαση πολιτισμικής ανάπτυξης”. Το τέλος ανταποδοτικού χαρακτήρα που μπορεί να επιβληθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για τη χρηματοδότηση έργων, εργασιών, προγραμμάτων και υπηρεσιών της προγραμματικής σύμβασης, καλείται “Πολιτιστικό Τέλος”»!

Προβλέπεται δηλαδή και “πολιτιστικό” χαράτσι.

Επιπλέον, στο άρθρο 186 ξεκαθαρίζεται, ότι στις αρμοδιότητες των Περιφερειών εντάσσεται και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Δηλαδή ένας πολύ βασικός τομέας, ο οποίος – και με αφορμή την κρίση και τα μνημόνια – αποτέλεσε ήδη το καλοκαίρι που μας πέρασε το “περιβόλι” της άλωσης των εργασιακών σχέσεων, μέσω της “σύμπραξης” της τοπική διοίκησης με το υπουργείο Πολιτισμού: Μουσεία και αρχαιολογικές συλλογές άνοιξαν κατά την τουριστική περίοδο, όχι απλά με συμβασιούχους και εποχικούς, αλλά με… “δανεικούς” από προγράμματα δήμων προς το ΥΠΠΟ!

Βέβαια, και οι Περιφέρειες, δεν ξεφεύγουν από τη “σύμπραξη” με τον “ιδιωτικό τομέα”.

«Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που κληρονομεί, είναι το μόνο ζώο που μπορεί να αξιοποιήσει την κληρονομιά, είναι το μόνο ζώο που διαθέτει ιστορική μνήμη» συμπέρανε ο υπουργός.

Είναι όμως και το μόνο ζώο, συμπληρώνουμε εμείς, που, όπως έλεγε ο Ένγκελς, «πριν απ’ όλα, πρέπει να τρώει, να πίνει, να έχει κατοικία και να ντύνεται προτού αρχίσει να ασχολείται με την πολιτική, την επιστήμη, την τέχνη, τη θρησκεία (…)»…

astegos

Γεννήθηκε – και αυτή είναι μία από τις ελάχιστες βεβαιότητες που έχει – το 1970. Πουλούσε την εργατική του δύναμη επί χρόνια στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό Τύπο. Μέχρι που του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι ήταν το μόνο πράγμα που φοβόταν. Τώρα «αναρρώνει» στο Περιοδικό. Ελπίζει, για πάντα.