Ο Βob Dylan, η μεγάλη μουσική ποίηση...

...και το Νόμπελ Λογοτεχνίας

| 14/10/2016

Ο λόγος για τον Bob Dylan, στον οποίον απονέμεται το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, «γιατί δημιούργησε νέες ποιητικές εκφράσεις μέσα στο πλαίσιο της μεγάλης αμερικανικής παράδοσης του τραγουδιού», όπως διατείνεται η Σουηδική Ακαδημία. Έν μέσω ποικίλων αντιδράσεων, αρνητικών και θετικών, παραθέτουμε κάποιες σκέψεις μας καθώς αντιμετωπίζουμε με ενθουσιασμό την βράβευσή του.

Πίσω στην ιστορία, ο μικρός Robert Zimmerman επινοεί το μελλοντικό εαυτό του στο Ντουλούθ της Μινεσότα.

Στα 18 του βλέπει τον Buddy Holly και ομολογεί πως όνειρο του είναι να παίξει με το Little Richard. Γύρω του ακούγονται κάντρι, γκόσπελ και μπλουζ. Εγκαταλείπει το πανεπιστήμιο και τραβά για τη Νέα Υόρκη. Εκεί τον ανακαλύπτει ο John Hammond, κυνηγός ταλέντων και παραγωγός και του κυκλοφορεί τον πρώτο ακουστικό δίσκο. Ελάχιστη είναι η αίσθηση που προκαλεί και ετοιμάζονται να τον ξεφορτωθούν. Τον υπερασπίζεται ο Hammond και ο Johnny Cash. Τότε αλλάζει, επισήμως όνομα, σε Bob Dylan και συνεργάζεται με τον ικανό μάνατζερ Albert Grossman.

Ο Dylan μισεί τη νοσταλγία. Το ίδιο και τη φήμη. Ακόμη και την εικόνα του θρύλου που άλλοι καλλιέργησαν γι’ αυτόν. Ο Dylan είναι 75 ετών και τα παιδιά του ’60 παππούδες. Ο Dylan άλλαξε τη ροή της μουσικής, μετάφρασε την κοινωνική πραγματικότητα σαν όλους τους σημαντικούς καλλιτέχνες και εξέφρασε το συλλογικό υποσυνείδητο, αψήφησε το ρεύμα και πήγε ενάντια στις παραδόσεις, αναποδογύρισε καταστάσεις και έγινε εξωμότης, πίστεψε και αμφέβαλλε για τα πάντα.

Ο αντικοινωνικός Dylan. Που διάβαζε Μπλέικ, Ουόλτ Ουϊτμαν και Ντίλαν Τόμας – απ’ όπου και το όνομα του – την «’Ερημη Χώρα» του T. Σ. Έλιοτ, και το “Oυρλιαχτό” του Αλεν Γκίνσμπέργκ όταν τραγουδούσε στα καπηλειά του Γκρινουϊτς Βίλατζ όπου ανέμιζε η μουσική της φολκ αναγέννησης και όπου πλήθος διανοουμένων του δρόμου κοινωνούσαν τη Δημοκρατία των δικαιωμάτων και την ελευθερία της Τέχνης. Με την Σούζι αγκαλιά, στους μουσκεμένους δρόμους του Βίλατζ, πόζαρε στο εξώφυλλο του “The Freewheelin’ Bob Dylan”. H καλύτερη εκδοχή του κινήματος, ο νέος ήρωας των talking blues, ένας χίλμπίλι του άστεως, των τραγουδιών διαμαρτυρίας στα μέσα του ’60. Ο ομιλητής μιας γενιάς, αντιπρόσωπος αυτών που απαιτούσαν αλλαγές εδώ και τώρα, χωρίς να αλλάζουν οι ίδιοι, χωρίς ουσιαστικές ανατροπές, χωρίς, να ωθούν τον κόσμο γύρω τους σε κάτι διαφορετικό πέρα από την πολυφορεμένη ρητορεία των παλιότερων.

Ο Dylan ψηλάφιζε το καινούριο που δεν είχε ακόμη φανεί, που ήταν διάχυτο αλλά καθόλου δεδομένο, ένιωθε πως πλησίαζε το πλήρωμα του χρόνου όπου η μουσική θεία χάρις σμίλευε το εκφραστικό του όχημα. Με συναισθήματα μετέωρα ο Dylan γρατζουνάει την κιθάρα του και από το μικρόφωνο ηχεί η ένρινη, σχεδόν, απαίδευτη φωνή του – πρόλογος μιας μουσικής διαφορετικής και μάλιστα ξένης από ακροατήρια του προφανούς.

Αυτοί που διαμαρτύρονταν πίστευαν πως είχαν αποκτήσει το μέντορά τους – ο άνθρωπος που θα έγραφε το έπος όπως ακριβώς αυτοί το είχαν σχεδιάσει. Επρόκειτο για τον αρχηγό που θα τους οδηγούσε εκ του ασφαλούς στην κατάληψη των δικών τους χειμερινών ανακτόρων…

%ce%bd%cf%84%cf%85%ce%bb%ce%b1%ce%bd2

Μια σειρά σινγκλ και άλμπουμ, όλα με ακουστικό πρόταγμα για να φθάσει το Φεστιβάλ του Νιούπορτ και να τινάξει όλα στον αέρα!

Ο Dylan παραμερίζει τη δόξα του μύθου και θυμάται το 1965, τότε, στο Φεστιβάλ του Νιούπορτ όταν περιφρονούσε τα ακουστικά όργανα χάριν των ηλεκτρικών και εμφανιζόταν με ροκ συγκρότημα για να παίξει σουρεαλιστικές μπαλάντες. Είναι τότε που κάποιοι από τους θεατές τον αποκαλούσαν προδότη αλλά αυτός είχε έρθει τη σωστή στιγμή για να θάψει το φολκ κίνημα – από μουσικής πλευράς – στον ηχητικό όγκο και την αμφισβήτηση. Τότε που ο Pete Seeger τραβούσε την πρίζα από την κονσόλα για να τον φιμώσει και επιφανείς φολκίστες τον απέρριπταν σαν άσχετη μετριότητα…

Όμως, ο τελευταίος είχε στο νού τον Woody Guthrie που μόλις είχε επισκεφτεί στο νοσοκομείο όπου κατάκοιτος ο hobo τροβαδούρος πέθαινε από χορεία του Χάντινγκτον. Οι προσδοκίες της μικροαστικής διανόησης στον βρόντο, να ζητά τη κεφαλή του επί πίνακι για την ασέβεια, την ιεροσυλία να παίξει με συγκρότημα και ηλεκτρικό ήχο τα κομμάτια του!

Τον φωνάζουν προδότη και στην Αγγλία. Με μαύρα δερμάτινα και σκούρα γυαλιά – αναφορά στο ροκ εν ρολ – με τους λευκούς μπλουζίστες Paul Butterfield Blues Band, σαν έτοιμος από καιρό ανέβηκε πάνω στη σκηνή και απογειώθηκε με τον ηλεκτρισμό. Το κοινό σοκαρισμένο γιουχαϊζει αρκετές φορές. Ο Dylan απογοητευμένος αποσύρεται. Πιωμένος και σε άσχημη κατάσταση επανέρχεται για να παίξει ακουστικά τα κομμάτια – ένα ζόμπι απέναντι σε εξαγριωμένους οπαδούς. Οι παρευρισκόμενοι ηρεμούν και ακούν χαλαροί – το δίκιο αποκαταστάθηκε. Όμως, η νέα τέχνη είχε μόλις γεννηθεί: η ποπ μουσική, το ροκ εν ρολ δεν θα είναι πια το ίδιο. Ένας χαρισματικός καλλιτέχνης την άλλαζε εκ βάθρων.

«Πώς νιώθεις, το να είσαι δίχως σπίτι, να είσαι μόνος σου, τελείως άγνωστος – σαν μια πέτρα που κυλάει»… Και μόνο το “Like A Rolling Stone” να είχε συνθέσει – ο Greil Marcus έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο γι’ αυτό – θα είχε μείνει στην ιστορία…

Ακριβώς έτσι ένιωθε ο Dylan: μια πέτρα που κυλάει και δεν έχει πού να στρέψει την κεφαλή. Ούτε θαυματοποιός ούτε κήρυκας – εξορισμένος απ’ την κεντρική λεωφόρο της αγάπης των μέχρι πρότινος οπαδών. Η οργή για αυτόν που βεβήλωσε τα ιερά και τα όσια της φολκ μουσικής – το απλοϊκό της παίξιμο και τους στερεότυπους κοινωνικούς στίχους – η οργή ήταν μεγάλη και γκρεμιζόταν με πάταγο πάνω του…

Λίγες ημέρες μετά το σοκ του Νιούπορτ κυκλοφορεί το “Highway 61 Revisited” απ΄ όπου και το “Desolation Row” – φόρος τιμής στην «΄Eρημη Χώρα» του ‘Ελιοτ: «Πωλούν αναμνηστικές φωτογραφίες του κρεμασμένου…/ ο Τιτανικός σαλπάρει την αυγή/ και όλοι φωνάζουν/ με ποιανού το μέρος είσαι/ και οι ‘Εζρα Πάουντ και ο Τ.Σ. Έλιοτ/ παλεύουν στο ντεκ του καπετάνιου/ ενώ τραγουδιστές του καλύψω γελάνε με αυτούς/ και ψαράδες κρατάνε λουλούδια/ ανάμεσα στα παράθυρα και την θάλασσα/ όπου πανέμορφες γοργόνες επιπλέουν/ και κανένας δεν χρειάζεται να σκέπτεται πολύ/ για το Δρομάκι της Απελπισίας…»

Η ευτυχής, η μοιραία συνάντηση έχει συμβεί. Ο μέγας ρυθμός και το νεύρο του ροκ εν ρολ ανταμώνεται με την Λογοτεχνία, την ποίηση και το ανέφικτο, το ουτοπικό συνδέεται με τη φολκ. Το φολκλορικό ένδυμα διαμαρτυρίας στένευε απίστευτα το οραματιστή Dylan. Διάβαζε μετά μανίας Ρεμπό και λάτρευε τους συμβολισμούς του, τον πυρετό των μπίτνικς και τον ρομαντισμό του Τζον Κιτς. Θέλησε την υψηλή αισθητική των λέξεων να την δέσει με το ροκ εν ρολ, τα μπλουζ και τα λαϊκά τραγούδια, τον Woody Guthrie, τον Johny Cash και τον Robert Johnson. Ανανέωσε τις συμβάσεις και τα κλισέ, τα ξανάφερε αναβαπτισμένα, σε επαφή με τους μοντέρνους καιρούς.

Λίγους μήνες πριν, οι Byrds ανέβαζαν στα τσαρτς το δικό του “Mr. Tamburine Man” – σε ροκ εκδοχή – δείχνοντας έτσι, τον δρόμο για το μεγάλο ειδύλλιο και την μουσική έκρηξη που θα ακολουθούσε. Ο Dylan κατάλαβε αμέσως και ευθύς μετάγγισε στο ροκ εν ρολ το πνεύμα της λόγιας παράδοσης ενώ, αντίστοιχα, το ροκ εν ρολ προσέδωσε στον τραγουδοποιό το σθένος του ενστίκτου και της παρόρμησης. Ο μουσικός γεμίζει την ανεμελιά και την απλότητα της τραγουδιστικής του φόρμας με το βάρος της Ποίησης και μάλιστα εκείνης που ακροβατεί στα όρια των ανθρωπίνων συναισθημάτων. Έντεχνος λόγος και ροκ εν ρολ, δυο μεγάλα αισθητικά ρεύματα ενώνονται σε σάρκα μια – η υπαρξιακή ενατένιση, η επίγνωση με το ξεφάντωμα για ζωή, με το fun.

To Mάιο του ’66 κυκλοφορεί το “Blonde On Blonde”, τελευταίο μέρος της τριλογίας – “Bringing It All Back Home” και “Highway 61 Revisited” τα άλλα δυο – που επικυρώνει την ωριμότητα της τέχνης του. Άλμπουμ, εννοιολογικό, το μεσουράνημα της δημιουργίας του. Ουσιαστικά, ολοκληρώνει την αναζήτηση στα χωράφια του άγνωστου έως τότε κόσμου όπου η ποίηση, το ροκ εν ρολ, η κάντρι, τα μπλουζ, η ποπ αρτ, οι Μπίτνικς, ο σουρεαλισμός και η ψυχεδέλεια ενώνονται για κάτι καινούριο και φρέσκο έξω από τα μέχρι τότε γνωστά.

‘Ενα νέο πνεύμα ανατέλλει και χωρίς αναστολές ακροβατεί με γνώμονα την διαίσθηση – που είναι πάντοτε αλάθητη – και που πρέπει να συμβεί πάση θυσία εδώ και τώρα χωρίς καμιά περαιτέρω χρονοτριβή. Ο θαυμάσιος νέος μουσικός κόσμος αναδύεται για να τροφοδοτήσει την Αμερική του δεύτερου μισού των 60’s έτοιμος να εκραγεί και να καεί ταυτόχρονα και να λιώσει τα φτερά των συνδαιτυμόνων της εξουσίας, των πολεμοχαρών και των πολεμοκάπηλων.

Το όραμα του Bob Dylan – η ματαιοδοξία, η πίστη και η κριτική του – συμπυκνώνουν στις μουσικές του “Blond On Blond”, μέσα από δαιδαλώδεις στίχους, παράξενες μεταφορές και διαδοχικούς συμβολισμούς το αίτημα του τραγουδοποιού για την ομορφιά της δημιουργίας και την δημιουργία της ομορφιάς.

Τα ρεπορτάζ γράφουν πως τον Ιούλιο του ΄66 ο Dylan είχε ένα σοβαρό ατύχημα με τη μοτοσικλέτα του. Στην πολύμηνη ανάρρωση στο νοσοκομείο περνά συνειδησιακή κρίση, τα φέρνει ξανά όλα στο νου του, βλέπει στο μέλλον μελανά χρώματα και στην έξοδό του ηχογραφεί την ελεγεία του ’60, “John Wesley Harding”. Η μάχη για τη ζωή γίνεται μάχη για την συναισθηματική επιβίωση, η Αλλαγή αναβάλλεται επ’ αόριστο και ο απροσάρμοστος επανέρχεται στους κόλπους της κοινωνίας. Αυτός είναι ο John Wesley Harding. Ο Dylan, προικισμένος με ενόραση ιδιοφυούς καλλιτέχνη, βλέπει με καθαρό μάτι τα μελλούμενα, προλέγει αλληγορικά αυτά που έρχονται με βιάση ενόσω γύρω του στήνονται καλοκαίρια της Αγάπης και μεγάλα ροκ Φεστιβάλ – τα ίδια λέει και ο Frank Zappa, με ύφος έντονα κοινωνικό και άφθονο σαρκασμό.

%ce%bd%cf%84%cf%85%ce%bb%ce%b1%ce%bd3

Με το γράψιμο του “Nashville Skyline” – ένα, αγνώριστο για τα υψηλά στάνταρ του Dylan, κάντρι ροκ – με την ηχογράφηση αυτού του δίσκου ο Bob Dylan έχει σωθεί. Ούτε ο ίδιος, ούτε ο κόσμος του θα είναι όπως πριν από το ατύχημα. Ο κύβος ερρίφθη, η εξουσία δείχνει τα δόντια της, οι καιροί σκληραίνουν και ο προσωρινός επίλογος είναι γνωστός. Έτσι κι’ αλλιώς, ο άνθρωπος εκπλήρωσε το χρέος του – πλήρωσε το βαρύ τίμημα του δημιουργικού αποστάτη.

Έλαμψε, εξάλλου ακόμη μερικές φορές: στο υπόγειο όταν έπαιζε με τους κατοπινούς The Band και σε μερικές ακόμη – λίγες – προσωπικές εκδοχές. Και πάντοτε αγωνίζεται να πετάξει από πάνω του την αίγλη του μύθου του ’60, όταν τον προόριζαν για αρχιερέα της εξέγερσης. Σήμερα γράφει δίσκους απροκάλυπτες αντιγραφές παλαιών κάντρι, ροκ εν ρολ και μπλουζ κομματιών και το κοινό τον δοξάζει μιας και τον κάνει άτρωτο η ανεκτίμητη προσφορά του ’60. Και στα 80’s όταν το έπαιζε αναγεννημένος χριστιανός, ο κόσμος σεβάστηκε την ύστατη αποκαλυψιακή του ενόραση.

Ακόμη και τώρα διάφοροι τρελαμένοι φαν του τον κυνηγούν μέσα στο σπίτι του. Ίσως επειδή έδωσε – κάποια στιγμή – υλική υπόσταση στα αδιέξοδα μιας ολόκληρης γενιάς που πίστεψε πως μπορεί να αλλάξει τον κόσμο μόνο με λουλούδια και μουσική…

Επιλεκτική δισκογραφία

Bob Dylan (Μάρτιος 1962): Το 1960 φθάνει στη Νέα Υόρκη. Ορκισμένος μαθητής του Woody Guthrie, γρήγορα ολοκληρώνει τις τεχνικές του και δυο χρόνια μετά κυκλοφορεί το πρωτόλειο του. Κλασικά μπλουζ κομμάτια – “See That My Grave Is Kept Clean του Blind Lemon Jefferson – κάντρι- “Highway 61”- και εξαίρετες προσωπικές συνθέσεις στην παράδοση του Guthrie.

The Freewheelin’ Bob Dylan (Μάιος 1963): Ο Dylan καθιερώνεται σαν φιγούρα και το “Blowin’ In The Wind” γίνεται ποπ χιτ με τους Peter, Paul And Mary. Ο βασικός πυρήνας των τραγουδιών του φανερώνει έναν προικισμένο καλλιτέχνη μακράν των τραγουδοποιών της τότε φολκ σκηνής. Φαίνεται πως έχει μελετήσει ποίηση και λογοτεχνία. ’Η γκάμα των θεμάτων είναι πολύ πλατιά- ερωτικά, τραγούδια διαμαρτυρίας, ενδόμυχα, αλληγορικά- όλα παραπέμπουν σε μια ξεχωριστή περσόνα. Η λόγια παράδοση σμίγει με το, λεγόμενο, protest song.

Bringing All Back Home – [Subterranean Homesic Blues στην Ευρώπη] (Μάρτιος 1965): Η μεγάλη ανατροπή. Ο Dylan κατηγορείται από τους παραδοσιάρχες σαν πουλημένος στο εμπορικό ροκ ενώ η μουσική του κερδίζει όλο και πιο πολύ κόσμο. Ηχογραφημένο σε ελάχιστο χρόνο το άλμπουμ επιστρέφει ξανά στα μέρη απ’ όπου ξεκίνησε το ροκ εν ρολ. Ηλεκτρική και ακουστική πλευρά – κρατά δεσμούς με την φολκ, επιβάλλει διάφορα τσιτάτα στην νεολαίστικη κουλτούρα και συνενώνει τον Chuck Berry, τους Rolling Stones και τους ρυθμικούς μπλουζίστες με τα τραγούδια διαμαρτυρίας.

Highway 61 Revisited (Αύγουστος 1965): Ο Dylan επισκέπτεται πάλι τον «61ο Αυτοκινητόδρομο» και επισημοποιεί με το πιο δραματικό τρόπο τη σχέση με το ροκ εν ρολ, τη λογοτεχνία και το κίνημα διαμαρτυρίας. Παραβολές, ελλειπτικές αφηγήσεις και σκληρός ηλεκτρικός ήχος. Το “Like A Rolling Stone” αφηγείται μέσα σε έξη λεπτά τα πάντα για τα κοινωνικά συμφραζόμενα των 60’s και, κυρίως, επισημοποιεί το Dylan σαν μουσικό μεγάλης εμβέλειας. ‘Ένα από τα δυο αριστουργηματικά του LP.

Blonde On Blonde (Iανουάριος 1966): Πολλά έχουμε πει αλλά και έχουν γραφτεί για τούτον τον δίσκο – από τα χαρακτηριστικά μουσικά έργα του περασμένου αιώνα. Το “Blonde On Blonde” προχωρά το ροκ ως τα όριά του, με ερωτικούς αφορισμούς, μυθολογίες και σαρκαστικές ψυχαναλύσεις. Ο Dylan στο ζενίθ της δημιουργίας του. Προχώρησε τόσο μακριά εκεί που άλλοι δεν έφθασαν ούτε στα πιο άγρια όνειρά τους!

John Wesley Harding (Ιανουάριος 1967): Η οπισθοχώρηση… Ο Dylan βλέπει την επερχόμενη ήττα και υπογράφει το ρέκβιεμ- την ελεγεία της χαμένης άνοιξης πριν καν αυτή να συμβεί. Μια ιστορία για την παρανομία στα μέτρα του Woody Guthrie. O μουσικός προσπαθεί να περισώσει ότι μπορεί.

Before The Flood (Ιούνιος 1974): ‘Ένα διπλό ζωντανά ηχογραφημένο με τη συνοδεία των Καναδέζων The Band αμέσως μετά το, μάλλον, αποτυχημένο “Planet Waves”.O Dylan ερμηνεύει γνωστά κομμάτια με τέτοια αίσθηση απώλειας λες και το νόημα τους έχει, αμετάκλητα πλέον, αλλάξει. Στη σκηνή οι Band δίνουν το καλύτερό τους εαυτό και η ατμόσφαιρα συναρπάζει.

Blood On The Tracks (Ιανουάριος 1975): Ο καλύτερος δίσκος ύστερα από το “John Wesley Harding”. Αντιφατικός διότι ηχογραφήθηκε ξανά στο μεγαλύτερο μέρος του. Κομμάτια μεγάλης διάρκειας, λιτή η εκτέλεση- δυνατός συνθετικά και στιχουργικά- επηρεασμένος από τα διηγήματα του Τσέχοφ και τις προσωπικές θύελλες που περνούσε εκείνη την εποχή.

The Basement Tapes (Ioύνιος 1975): Ηχογραφημένο με τους Band- το ’67- κατά την διάρκεια της ανάνηψής του απ΄ το ατύχημα του. Οι «Μαγνητοταινίες Του Υπόγειου» περιέχουν πολλά καλά – με, ή, χωρίς τον Dylan- κομμάτια δείχνοντας ανάγλυφα την κορυφογραμμή των οραμάτων του. Διαπνέονται από ελεύθερο πνεύμα, αυτοσχεδιασμούς και αρκετή σάτιρα. Τόσα χρόνια μετά, το μουσικό υλικό μοιάζει να γράφτηκε εχθές !

 


*Το κείμενο αυτό αποτελεί ριμεϊκ ενός παλιότερου από το «Δίφωνο»

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιολογία στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Παράλληλα, έπαιξε ως μουσικός παραγωγός σε πολλά ραδιόφωνα για πολλά χρόνια και έγραψε ως μουσικός κριτικός σε μια σειρά περιοδικά. Αυτό συνεχίζει μέχρι και σήμερα.