Τη ζωή σου τη ζεις όπως θες | Ο Καρυωτάκης φεύγει σαν σήμερα

Ο ίσκιος του δίπλα στην Ηριάννα και τον Περικλή, τον Τάσο και τον Κώστα και τόσους άλλους

| 21/07/2017

Ο Κώστας Καρυωτάκης είχε τη δύναμη να σαρκάσει τον κόσμο στον οποίο έζησε, να γελάσει μαζί του. Ο κόσμος όμως, η κοινωνία, δεν μπορούσε να βλέπει τέτοιους “αντιδραστικούς” ανθρώπους. Ο Καρυωτάκης ήθελε να τσακίσει τη σοβαροφάνεια και την ποταπότητα που τον περιέβαλλε. Δυστυχώς, η γενναιοδωρία του δεν εκτιμήθηκε. Η ελληνική κοινωνία δεν είχε μάθει να χαμογελά και να είναι σοβαρή απέναντι στα σοβαρά. Η ευτέλεια, η κακία, η μικροπρέπεια χαρακτήριζαν το απρόσωπο-πρόσωπό της. Γι’ αυτό και ο Καρυωτάκης ήταν επικίνδυνος… Ηταν προκλητικός και η αλήθεια του ενοχλούσε. Η συντηρητική κοινωνία όμως δεν έχει μάθει να ζει έτσι και όταν το κούφιο σώμα της, ντυμένο στο ψέμα, απειλείται, τότε δικάζει και καταδικάζει. Ο Καρυωτάκης συκοφαντήθηκε, διώχθηκε, τιμωρήθηκε και στο τέλος αυτοκτόνησε.

Τα ίχνη που άφησε όμως είναι ανεξίτηλα και άνθρωποι σαν την Ηριάννα Β.Λ και τον Περικλή Μ., σαν τον Τάσο Θ. και τον Κώστα Σ., είναι η μεγέθυνση και η συνέχεια τους. Η ζωή τους, τα ενδιαφέροντα τους και οι ιδέες τους ανήκουν σε ζωές διαφορετικές απ’ αυτές που θέλει η άρχουσα τάξη. Η ανομοιομορφία τους ενοχλεί και πρέπει να συντριβεί, ο ίσκιος τους να σβήσει…

20108301_10156490088443345_4532793340206382398_n

Ο λόγος του Κώστα Καρυωτάκη ταξιδεύει στον χρόνο και στον χώρο προειδοποιώντας και φυλάσσοντας τα κομμάτια των ζωών που πάνε να χαθούν. Το ποίημα “Κι αν έσβησε σαν ίσκιος…” από τη συλλογή τα “Νηπενθή” είναι από τα πιο άρτια τεχνικά του Καρυωτάκη. Διαρθρωμένο σε τέσσερα τετράστιχα με πλεχτή ομοιοκαταληξία και σταθερό ρυθμό που αναδεικνύει τη μουσικότητα του, σαν αερικό αγγίζει όσους και όσες ονειρεύονται αλλιώς και μεταφέρει το ανεκτίμητο δώρο της μνήμης.

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρο μου,

κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,

κι αν σέρνομαι στ’ άφθαρτα του δρόμου,

πουλάκι με σπασμένα τα φτερά

 

κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι

στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,

το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι

κι αν ξέρω πώς ποτέ δε θα ειπωθεί

 

κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου

βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ-

καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου

σα βλέπω το μεγαλόν ουρανό,

 

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,

και αγραίνοντας την άμμο το πρωί,

μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,

μου λέει για κάποια που έζησα ζωή!

20264592_10156490088538345_8143397495897099712_n

 Το ποιήματα δείχνει πεσιμιστικό, όμως ο Καρυωτάκης μέσα από τη δραματοποίηση και τον μελαγχολικό τόνο θέλει να φτάσει στο χείλος του γκρεμού της ζωής και μέσα από την απώλεια των πιο “μικρών” και παντοτινών στιγμών μας, να μας θυμίσει ότι την ομορφιά των δικών μας στιγμών δεν μπορεί να μας τις πάρει κανείς.

Η Ηριάννα και ο Περικλής, ο Τάσος, ο Κώστας και ένα σωρό άλλοι και άλλες διώκονται απηνώς από μια εξουσία που με μανία θέλει να σβήσει τον ίσκιο τους. Ο Καρυωτάκης ήταν μόνος απέναντι στη αδικία του κόσμου τούτου και δεν άντεξε. Αφησε τα ανθεκτικά του ποιήματα παρακαταθήκη να στέκουν δίπλα σε νέα παιδιά που έχουν τη δύναμη να αντέχουν. Τα άφησε δίπλα στο κίνημα αλληλεγγύης που θυμίζει στην αστική δικαιοσύνη ότι η ζωή δεν μετριέται, δεν υπολογίζεται, δεν περιχαρακώνεται, δεν τακτοποιείται σύμφωνα με νόμους και απειλές. Τη ζωή σου τη ζεις όπως θες, αν όχι, πολεμάς γι’ αυτή.