Τουλούζ Λωτρέκ: η ελευθερία και η αυτοκαταστροφή

Από την αριστοκρατική ελίτ στη μποέμ Μονμάρτρη

| 08/05/2017

Η αριστοκρατική οικογένεια των Τουλούζ έχει τις ρίζες της στην εποχή του Καρλομάγνου και διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στις σταυροφορίες. Κατά τον 19ο αιώνα η παρακμή τους ήταν οριστική. Για να διατηρηθεί όμως  η οικογενειακή περιουσία ο γάμος μεταξύ συγγενών αποτελούσε παλιά παράδοση. Το γεγονός αυτό όμως δημιουργούσε και ορισμένα κληρονομικά γενετικά προβλήματα. Ο κόμης Αλφόνς ντε Τουλούζ – Λωτρέκ Μονφά παντρεύτηκε την κόμισα Αντέλ ντε Σελεϋράν στις 9 Μαΐου 1863. Οι μητέρες τους ήταν αδελφές, ο κόμης και η κόμισσα ήταν πρώτα ξαδέλφια, στη σχέση τους υπήρχαν στοιχεία αιμομιξίας. Η κόμισσα Αντέλ στις 24 Νοεμβρίου 1864, έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί, ένα γιο που ονομάστηκε Ανρί. Τέσσερα χρόνια αργότερα γεννήθηκε ένας δεύτερος γιος αλλά πέθανε σε ηλικία μόλις ενός έτους. Ο γάμος οδηγήθηκε σε ρήξη λόγω διαφορών χωρίς ωστόσο να υπάρξει επίσημος χωρισμός. Ο Ανρί μεγάλωσε με τη μητέρα του η οποία προσπαθούσε να ξεπεράσει το χωρισμό και το θάνατο του δεύτερου παιδιού της. Οι μελετητές έχουν ασχοληθεί εκτενώς με τη σχέση του ζωγράφου με τη μητέρα του, λόγω της ασθενικής του φύσης μεγάλωσε με υπερβολική φροντίδα σε περιβάλλον ασφυκτικό από ηθικής και χριστιανικής άποψης. Όταν αργότερα θέλησε να ανεξαρτοποιηθεί μεγαλώνοντας, από την αριστοκρατική ελίτ κατέληξε στη μποέμικη ζωή των καμπαρέ και των μπαρ της Μονμάρτρης. Η ανάγκη του για χειραφέτηση, αποδέσμευση και εσωτερική ελευθερία τον οδήγησε σε αυτοκαταστροφικούς δρόμους την περίοδο της Μπελ Επόκ.

unnamed (3)

Σε ηλικία 13 και 14 ετών ο Ανρί έσπασε πρώτα το ένα του πόδι και μετά το άλλο σε ατυχήματα έχοντας μια κληρονομική ασθένεια των οστών (πυκνοδυσόστωση) τα πόδια του σταμάτησαν να αναπτύσσονται. Ο Λωτρέκ δεν ξεπέρασε σε ύψος το 1,52. Πέρασε μεγάλες περιόδους σε σανατόρια όπου του δόθηκε η ευκαιρία να ξετυλίξει την κλίση του στη ζωγραφική. Ο πρώτος του δάσκαλος Λεόν Μπονά τον αποθάρρυνε όπως είχε αποθαρρύνει και αργότερα  έναν άλλο μαθητή του, τον Έντβαρντ Μουνκ.  Τα πρώτα του έργα αποτύπωναν τον αντισυμβατικό και αβίαστο τρόπο με τον οποίο προσέγγιζε τα θέματά του. Στη συνέχεια είχε δάσκαλο τον Φερνάν Κορμόν ο οποίος διατηρούσε εργαστήρι που αποτελούσε σημαντικό μεταϊμπρεσιονιστικό κέντρο.

unnamed (2)

Ο Τουλούζ Λωτρέκ σε ηλικία 23 ετών σε ένα μπαρ στο Παρίσι ζωγραφίζει τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ που κάθεται απέναντί του με ένα ποτήρι αψέντι. Είναι η μοναδική προσωπογραφία του Βαν Γκογκ σε πλάγια όψη. Οι δύο ζωγράφοι γνωρίστηκαν πιθανότατα τον Φεβρουάριο του 1886 όταν ο Βαν Γκογκ είχε μόλις φτάσει στο Παρίσι και έμενε στον αδελφό του Τεό.  Λίγο πριν αναχωρήσει για την Άρλ της Προβηγκίας ο Βαν Γκογκ παρακολούθησε τον Τουλούζ Λωτρέκ την ώρα που δούλευε τον πίνακα Πούδρα από Ρυζάλευρο – με μοντέλο τη Σούζαν Βαλαντόν μητέρα του Ουτριλλό – όταν ολοκληρώθηκε αγοράστηκε από τον Τεό βαν Γκογκ για την προσωπική του συλλογή. Την ίδια χρονιά ο Τουλούζ Λωτρέκ ζωγράφισε το πρώτο του αριστούργημα Τσίρκο Φερνάντο ; Η Αναβάτις. Η πρωτοποριακή απόδοση της κίνησης του αλόγου στην αρένα του τσίρκου, επηρεασμένη από την ιαπωνική τεχνική, μέχρι τότε κανένας ζωγράφος δεν είχε καταφέρει κάτι αντίστοιχο.

unnamed (4)

Ο Ντεγκά αποτέλεσε τη σημαντικότερη επιρροή για τον Λωτρέκ, έζησε στο ίδιο οίκημα όπου ο Ντεγκά είχε το ατελιέ του. Εκεί ζούσαν επίσης και οι τρεις αδελφές Ντιώ, μακρινές συγγενείς του. Γύρω στο 1870 ο Τουλούζ Λωτρέκ ζωγράφισε το πορτρέτο της Μαρί Ντιώ, καθισμένη στο πιάνο και κοιτώντας το θεατή. Ο Βαν Γκογκ είχε πει χαρακτηριστικά: Ο πίνακας του Λωτρέκ με το πορτρέτο μιας γυναίκας μουσικού με συγκίνησε βαθιά. Ο Λωτρέκ θαύμαζε τον Ντεγκά εν αντιθέσει με τον Ντεγκά που ήταν μονήρης και ιδιόρρυθμος και κατά κάποιο τρόπο τον αντιμετώπιζε συγκαταβατικά.

unnamed (1)

Ο  ζωγράφος άρχισε να ασχολείται με τις λιθογραφίες το 1891 και δημιούργησε κάποιες από τις ωραιότερες λιθογραφικές αφίσες. Η αφίσα του Moulin Rouge αποτελεί το διασημότερο δείγμα του είδους στην ιστορία της τέχνης. Φιλοτέχνησε συνολικά 30 αφίσες, οι 10 από αυτές είναι ανάλογης ποιότητας της πρώτης του Moulin Rouge. Στην αφίσα του Μπρυάντ (1892) δημοφιλή τραγουδιστή και ιδιοκτήτη καμπαρέ άφησε το καπέλο του Μπρυάντ να καλύψει λίγο την επιγραφή του κέντρου Les Ambassadeurs  τέχνασμα που παραμένει δημοφιλές μέχρι σήμερα.

unnamed

Ο Τουλούζ Λωτρέκ είχε μαγευτεί από τη νυχτερινή ζωή της Μονμάρτρης και μετά το 1884 μετακόμισε εκεί, αντιδρώντας στην αλαζονεία και την υποκρισία της οικογένειάς του. Ο εθισμός του στα μπαρ και τα καμπαρέ της Μονμάρτρης οφειλόταν και στο γεγονός ότι ήθελε να ξεχνιέται από την κατάσταση της υγείας του και τη μοναξιά του. Η ζωντάνια, η ενέργεια, τα αστραφτερά φώτα, οι ωραίες γυναίκες και οι μη αναστολές γοήτευαν το ζωγράφο, πίστευε ότι αυτός ο κόσμος ήταν πιο αληθινός. Ο Τουλούζ Λωτρέκ βρισκόταν σχεδόν κάθε βράδυ στο  Moulin Rouge  στο τραπέζι του δημιουργώντας έργα που αποτύπωναν με μοναδικό τρόπο την ατμόσφαιρα και τη μαγεία του χώρου και κυρίως των ανθρώπων. Το «περιθώριο» αποτελούσε το αγαπημένο θέμα του Τουλούζ Λωτρέκ, οι οίκοι ανοχής, οι λεσβιακοί οίκοι ανοχής άνοιγαν την πόρτα τους στο ζωγράφο και τον υποδέχονταν. Είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη των κοινών γυναικών μάλιστα για μια περίοδο είχε εγκατασταθεί σε έναν οίκο ανοχής.

Ο ζωγράφος αγαπούσε τη ζωή και την τέχνη με το ίδιο πάθος. Μπορούσε σε μια γκαλερί να σταθεί μπροστά από έναν πίνακα  επί ώρες και να αδιαφορήσει για τα άλλα εκθέματα. Για τον Τουλούζ Λωτρέκ μόνο η ανθρώπινη μορφή είχε τη μεγαλύτερη σημασία και το τοπίο αποτελούσε μόνο το συμπλήρωμα.  Το τοπίο έπρεπε να συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση του χαρακτήρα της μορφής. Οι περισσότεροι κριτικοί της εποχής του με την εξαίρεση μόνο κάποιων απέρριπταν το έργο του, τα απαξίωναν διότι αδυνατούσαν να το κατανοήσουν ή και ακόμη το χλεύαζαν. Το 1896 ο Μωρίς Ζογιάν παλιός φίλος του και νυν έμπορος τέχνης οργάνωσε μεγάλη ατομική του έκθεση στη γκαλερί του στο Παρίσι. Εκεί ο Τουλούζ Λωτρέκ παρουσίασε μια σειρά από έργα που είχε ζωγραφίσει σε οίκους ανοχής το 1893, σε ξεχωριστό δωμάτιο. Το εγχείρημα ήταν παράτολμο και υπήρξαν αντιδράσεις και από την οικογένειά του.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν μια συνεχής πορεία κατάρρευσης και αυτοκαταστροφής. Στην εκ γενετής ασθένειά του προστέθηκε και η σύφιλη η οποία ήταν ανίατη ασθένεια τότε. Μέσα από αλκοολισμό, εμμονές και παραληρήματα κατέληξε στο ψυχιατρείο όταν κάποια στιγμή κατέρρευσε στη μέση του δρόμου. Ο παρισινός τύπος είχε ξεκινήσει μια προπαγάνδα αμαύρωσης του ονόματός του, συσχέτιζαν την τέχνη του με τη διανοητική του κατάσταση. Όταν πήρε εξιτήριο από το ψυχιατρείο τον Μάιο του 1899 ο όρος ήταν να έχει συνεχώς κάποιον μαζί του κι έτσι προσφέρθηκε ένας μακρινός συγγενής του ο Πωλ Βιώ να τον συνοδεύει παντού. Τον Αύγουστο του 1901  έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο που τον άφησε παράλυτο από τη μια πλευρά, η κόμισα Αντέλ τον πήρε στον πύργο του Μαλρομέ και πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 1901 χωρίς να έχει συμπληρώσει τα 36 του χρόνια. Την εποχή που πέθανε ήταν ήδη γνωστός για τις αφίσες του, όμως ο επίσημος καλλιτεχνικός κόσμος αμφισβητούσε για πολλά χρόνια. το έργο του. Σταδιακά άρχισε να αναγνωρίζεται η καλλιτεχνική αξία του. Η τέχνη του αποξένωνε τους συντηρητικούς και είχε μια τεράστια δυνατότητα συναισθηματικής ταύτισης με τα μοντέλα του.  Όπως χαρακτηριστικά έλεγε: Αυτό που πάντοτε έχει σημασία είναι να συνοδεύεις στην καρδιά κάθε πράγματος και να το αποδίδεις καλύτερα.

ΠΗΓΕΣ

Η Κατερίνα Κοφφινά είναι πολιτισμολόγος. Σπούδασε «Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στη Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και Εφαρμοσμένες Εικαστικές Τέχνες στις σχολές Βακαλό και Αrtes (πρώην Δοξιάδη). Έχει εργαστεί πολλά χρόνια στον αρχιτεκτονικό χώρο. Έχει συνεργαστεί με ιδρύματα και συλλόγους στην παραγωγή καλλιτεχνικών και ιστορικών προγραμμάτων, καθώς και με τα περιοδικά «Ιστορία - Πάπυρος», «Science Illustrated», «Ιστορικά Θέματα», "Πολίτες" «Το Περιοδικό». Είναι ιδρυτικό μέλος της Ομάδας Παραγωγής Δημόσιας Ιστορίας "hιστορισταί". Επίσης είναι μέλος και γραμματέας του Δ.Σ του Συλλόγου Πτυχιούχων Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.