Υπουργείο Παιδείας: Πίστευε όπου θες, μόνο να μην ερευνάς - Τι αποκαλύπτει η διαδικασία απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών στην Ελλάδα

Μεταφυσική, ανορθολογισμός και ανθρώπινα δικαιώματα

| 07/09/2021

Σε απροσχημάτιστη, ανοιχτή πρόκληση προς την κοινωνία εξελίσσεται πλέον η επιμονή και η εμμονή του ελληνικού κράτους να παραβιάζει το γράμμα και το πνεύμα του νόμου – και μαζί, κατακτημένα με αίμα δικαιώματα – απαιτώντας «δήλωση φρονημάτων» από τις οικογένειες που επιλέγουν να μην συμμετέχει το παιδί τους στο μάθημα των Θρησκευτικών στο σχολείο.

Παρά την καταδικαστική απόφαση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μόλις το 2019, το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να ζητά από τους γονείς την σχετική αίτηση, στην οποία θα πρέπει να αναφέρεται πως «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή του παιδιού μου στο μάθημα των Θρησκευτικών».

Ακριβώς αυτήν την απαίτηση είχε καταδικάσει το δικαστήριο, μετά από σχετική προσφυγή γονιών από την Ελλάδα, κρίνοντας ομόφωνα, ότι οι αρχές δεν έχουν δικαίωμα να υποχρεώνουν τους πολίτες να αποκαλύπτουν τις πεποιθήσεις τους. «Ωστόσο, το ισχύον σύστημα στην Ελλάδα για την απαλλαγή των παιδιών από το μάθημα των θρησκευτικών επιβάλλει στους γονείς να υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση λέγοντας ότι τα παιδιά τους δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Αυτή η προϋπόθεση επιβάλλει ένα απαράδεκτο βάρος στους γονείς, να αποκαλύψουν πληροφορίες, από τις οποίες θα μπορούσε να προκύπτει ότι οι ίδιοι και τα παιδιά τους έχουν ή δεν έχουν συγκεκριμένη θρησκευτική πεποίθηση» αναφέρει το σκεπτικό της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Βέβαια, τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Διότι στους «λόγους θρησκευτικής συνείδησης» δεν χωράει καν η πιθανότητα της αθεϊας. Δηλαδή, το ελληνικό κράτος θεωρεί ότι ένας άνθρωπος πρέπει αναγκαστικά να έχει μεταφυσικές αγωνίες. Και όλα αυτά τον 21ο αιώνα, σε πολιτισμούς οι οποίοι υποτίθεται ότι χτίζονται με τα προτάγματα του Διαφωτισμού.

Αυτά όμως είναι «ψιλά γράμματα» για ένα κράτος, το σύνολο των κυβερνήσεων του οποίου τρέμουν την παντοδυναμία της εκκλησίας και δεν προχωρούν σε αυτό που το σύνολο του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου έχει λύσει εδώ και πάνω από δύο αιώνες: Τον διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας.

Όμως η υπόθεση της προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποκαλύπτει και άλλες ενδιαφέρουσες πτυχές, οι οποίες προκύπτουν ακριβώς από αυτή την αδιάρρηκτη σύμφυση του ελληνικού κράτους με την Ιερά Σύνοδο.

Οι προσφεύγοντες είναι πέντε Έλληνες πολίτες, γονείς και παιδιά που – τουλάχιστον τότε – ζούσαν στην Μήλο και την Σίφνο. Τον Ιούλιο του 2017, ζήτησαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας να ακυρώσει δύο πρόσφατες υπουργικές αποφάσεις (σσ. το 2017) που καθόριζαν το πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών για το σχολικό έτος 2017/18.

Όπως αναφέρται στο δελτίο Τύπου της Γραμματείας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, «οι προσφεύγουσες ζήτησαν να εξεταστεί η υπόθεσή τους με την κατεπείγουσα διαδικασία ενώπιον της αρχής της νέας σχολικής χρονιάς, αλλά το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε το αίτημά τους λόγω έλλειψης σημασίας». «Το δικαστήριο δεν δίκασε καν την υπόθεσή τους, καθώς η αρχική ακρόαση αναβαλλόταν συνέχεια μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2018, χρόνο κατά τον οποίο η σχολική χρονιά είχε ήδη τελειώσει.»!

Έτσι οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τον Ιανουάριο του 2018.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε, ότι «κατά το ισχύον σύστημα στην Ελλάδα για την απαλλαγή των παιδιών από το μάθημα των θρησκευτικών θέτει σε κίνδυνο την αποκάλυψη ευαίσθητων πτυχών της ιδιωτικής ζωής των προσφευγόντων». «Το σύστημα μπορεί να τους αποτρέψει από το να υποβάλουν ένα τέτοιο αίτημα, καθώς περιλαμβάνει ότι ο διευθυντής του σχολείου πρέπει να διακριβώσει την πληροφορία για την υπεύθυνη δήλωση και να την διαβιβάσει στον εισαγγελέα στην περίπτωση που διαπιστωθεί ανακρίβεια. Το ενδεχόμενο δίλημμα κορυφώνεται στην περίπτωση των προσφευγόντων που ζουν σε μικρά νησιά, στα οποία η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ανήκει σε συγκεκριμένο θρήσκευμα και ο κίνδυνος στιγματισμού είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι σε μια μεγάλη πόλη. Περαιτέρω, όπως σημείωσαν οι προσφεύγοντες, δεν προσφέρονται άλλα μαθήματα για τους μαθητές που απαλλάσσονται, το οποίο σημαίνει ότι θα είχαν χάσει ώρες διδασκαλίας μόνο και μόνο λόγω των δηλωθέντων πεποιθήσεών τους.».

Τέλος, «επισημαίνοντας ότι οι αρχές δεν έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν στην σφαίρα της ατομικής συνείδησης για να επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις των ατόμων ή να τους αναγκάζουν να αποκαλύψουν τις πεποιθήσεις τους, το Δικαστήριο έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αρ. 1, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 9 της Σύμβασης.» (σσ: Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου).

Φυσικά, ο ελληνικός θεοκρατικός καπιταλισμός δεν πτοείται με κάτι τέτοια. Έτσι, το υπουργείο Παιδείας, με εγκύκλιό του τον Αύγουστο του 2020 υπενθυμίζει ότι «το μάθημα των Θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό για όλους τους/τις μαθητές/τριες», άρα, «η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών παρέχεται νόμιμα, όταν αφορά την προάσπιση της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα και περιγράφεται στους οικείους νόμους, στις αποφάσεις των διεθνών και ελληνικών δικαστηρίων (βλ. ΕΔΔΑ 31.10.2019, Παπαγεωργίου κ.α. κατά Ελλάδος, Ολ.ΣτΕ 1749/2019 και 1750/2019) και της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (βλ. απόφαση 28/2019 της Αρχής)».

Και επιμένει: «Η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών, σύμφωνα και με το με αρ. 37/23-7-2020 απόσπασμα πρακτικού του Δ.Σ. του Ι.Ε.Π., χορηγείται ύστερα από Υπεύθυνη Δήλωση του ν.1599/1986, του/της ίδιου/ας του/της μαθητή/τριας (αν είναι ενήλικος/η) ή και των δύο γονέων του/της (αν είναι ανήλικος/η), στην οποία θα αναφέρεται το εξής : «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των Θρησκευτικών» (βλ. Ολ.ΣτΕ 1749/2019 και 1750/2019).».

Ωστόσο, στην απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα – την οποία επικαλείται το υπουργείο – αναφέρονται τα εξής: «(..)ΚΑΛΕΙ το Υπουργείο Παιδείας, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, α) να απόσχει από τις ως άνω μη σύννομες πράξεις επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων των μαθητών, β) να μεριμνήσει για την άμεση τροποποίηση των σχετικών ρυθμίσεων και να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να μην αναγράφεται πλέον το θρήσκευμα και η ιθαγένεια στα στοιχεία που τηρούνται στο σχολείο και στους τίτλους και πιστοποιητικά σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και στο πληροφοριακό σύστημα «myschool» και γ) να εκδώσει κάθε αναγκαία οδηγία προς τις οικείες εκπαιδευτικές αρχές και τους διευθυντές των σχολείων ώστε, εφεξής, για την απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών να μην απαιτείται η δήλωση ότι ο μαθητής δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος, αλλά το δικαίωμα αυτό να ασκείται (από τον ίδιο τον μαθητή αν είναι ενήλικος ή από τους γονείς του αν είναι ανήλικος), κατ’ επίκληση αποκλειστικά και μόνον λόγων συνείδησης».

«Αποκλειστικά και μόνον λόγων συνείδησης» λέει η Αρχή. Όχι για λόγους «θρησκευτικής συνείδησης».

Το ζήτημα φυσικά δεν είναι νομικό. Είναι βαθιά ιδεολογικό και πολιτικό. Από την στιγμή που το ελληνικό κράτος κατέστησε υποχρεωτική την κατήχηση ενός θρησκευτικού δόγματος στα σχολεία, έχοντας ήδη και συνταγματικά κατοχυρώσει αυτό το δόγμα ως «Eπικρατούσα θρησκεία στην Eλλάδα», σημαίνει ότι η Εκπαίδευση μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβολής της μεταφυσικής και του ανορθολογισμού στις συνειδήσεις. Αν ένα παιδί θέλει να ξεφύγει από αυτόν τον μηχανισμό, το κράτος είναι αναγκασμένο να το δεχθεί, αλλά αυτό που στην πραγματικότητα το ενοχλεί, δεν είναι τόσο η δραπέτευση από την κατήχηση του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος, αλλά η απόδραση από την μεταφυσική και τον ανορθολογισμό εν γένει.

Πιο απλά: Το πραγματικό πρόβλημα του ελληνικού κράτους δεν είναι οι μη χριστιανοί ορθόδοξοι. Είναι οι άθεοι. Διότι το πραγματικό πρόβλημα της ταξικής κοινωνίας δεν είναι ένα καθυποταγμένο μυαλό, υποταγή στην οποία οι θρησκείες παίζουν καταλυτικό ρόλο. Αντίθετα. Είναι ένα μυαλό απαλλαγμένο από μεταφυσική και ανορθολογισμό. Γι’ αυτό και η εμμονή στους λόγους «θρησκευτικής συνείδησης»: Πίστευε και στον λαγό του Πάσχα. Αλλά πίστευε. Διότι το βασικό είναι, το μη ερεύνα.