«Φράουλες», του Γιόζεφ Ροτ

Μνήμη και φύση

| 31/10/2020

Ο Γιόζεφ Ροτ, η διάσωση της μνήμης και στο στόμα μια φράουλα! Η σύνοψη της σύνοψης και το σπάραγμα που αυτονομείται και ολοκληρώνεται. Η εξέλιξη μπορεί και να ικανοποιούσε τον Ροτ. Τα ανέκδοτα έργα μένουν τέτοια για πολλούς λόγους. Ατυχία, αμφιβολία, απρόοπτα, προβλήματα υγείας, πίεση χρόνου… Όταν εντοπίζονται από μελετητές, βιογράφους, συγγενείς, ή απλούς θαυμαστές, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να μείνουν στην αφάνεια. Η αντοχή του έργου «απαιτεί» δημοσίευση, ο δημιουργός «απαιτεί» δημοσίευση. Θα ήταν κρίμα, λοιπόν, να μην μπορεί να διαβάσει το κοινό τις «Φράουλες» (Εκδόσεις Αγρα) του Γιόζεφ Ροτ. Δεν αρκεί μια διάσημη υπογραφή, αρκεί όμως μια ματιά που διαβάζει τον κόσμο και τον χρόνο. Κι αν δεν υπάρχει τέλος λίγο επηρεάζει τη νουβέλα. Η απουσία του ενεργοποιεί το αδύνατο μέλλον, όπως η φράουλα ενεργοποιεί το επίμονο παρελθόν. Το αποσπασμένο κομμάτι από τη ζωή και το έργο του Ροτ δεν υπακούει σε χρόνο και σε τόπο, υπακούει στη μνήμη και στη φύση.

Ο Ροτ θέλει να επιστρέψει λογοτεχνικά στην πατρίδα του, τη Γαλικία, και στα παιδικά του χρόνια. Δεν το καταφέρνει λόγω επαγγελματικών πιέσεων και έλλειψη χρόνου. Το εγχείρημα του πολυσέλιδου μυθιστορήματος εγκαταλείπεται τα κομμάτια του διαμελίζονται. Το μεγαλύτερο μέρος βρίσκει ο Ντέηβιντ Μπρόνσεν, αμερικανός ακαδημαϊκός και βιογράφος του Ροτ. Ο Μπρόνσεν δημοσιεύει τη δεκαετία του ’70 το εικοσασέλιδο χειρόγραφο και οι «Φράουλες» ζωντανεύουν, η μνήμη και φύση κινητοποιούνται και το τραυματισμένο μέλος δείχνει την ομορφιά του. Όπως αναφέρει στην εισαγωγή ο Alexis Tautou: «Οι Φράουλες βρίσκονταν λοιπόν κλεισμένες μέσα σ’ ένα μπογαλάκι μαγικό, ανάμεσα στους πολύτιμους θησαυρούς των παιδικών χρόνων στη Γαλικία, που ο Ροτ –αιώνιος πλάνητας μ’ ελάχιστες αποσκευές- είχε πάντα μαζί του». Η περιπλάνηση όρισε το έργο του σε μεγάλο βαθμό και δω έχουμε την απόλυτη περιπλάνηση. Ο Ροτ δαγκώνει τη φράουλα για να ξυπνήσει τη μνήμη, για να βρει την αθωότητα και το μεγαλείο. Ο λόγος του, εδώ, είναι αθώος, είναι μεγαλειώδης!

Το ξεκίνημα είναι δηλωτικό των προθέσεων του δημιουργού. «Η πόλη στην οποία γεννήθηκα βρισκόταν στην Ανατολής της Ευρώπης, σε μια απέραντη, αραιοκατοικημένη πεδιάδα». Η Γαλικία, η μυθική Γαλικία, στα σύνορα της παλαιάς ανατολικής επαρχίας της Αυστρο-Ουγγαρίας, που δεν έχει πάψει να τον στοιχειώνει από το «Hotel Savoy». Και ο μύθος γίνεται πραγματικότητα μέσα από τον λόγο του Ροτ, μέσα από τη νοσταλγία και τις λέξεις που σαν άστρα φωτεινά τον οδηγούν, σαν ένας μάγος της περιγραφής, της κατανόησης και της ανατροπής ενεργεί και μας στοιχειώνει. Γιατί ο λόγος του Ροτ είναι κοφτερός αλλά κόβει και μαζεύει τους χυμούς της φύσης, τους ανθρώπου και της ανέφελης σκέψης. Ο Ροτ γίνεται ταπεινός, επικός με τον τρόπο του, λυρικός, ρεαλιστής, σατιρικός… Πάνω απ’ όλα όμως βρίσκει το μύχιο, το μικρό, το ταπεινό, το πονηρό και το ξεσκεπάζει με ηρεμία και χάρη, με αποφασιστικότητα και ευγένεια.

Για τον Ντέηβιντ Μπρόνσεν, η Γαλικία που βλέπουμε στις «Φράουλες» είναι ένα «Πουθενά», ένας ου-τόπος στο περιθώριο των συσπάσεων της Ιστορίας. Ο Ροτ ξεκίνησε να ασχολείται με το έργο το 1929, τότε που καθετί άθραυστο γινόταν εύθραυστο και έσπαγε, τότε που η Ιστορία κοιλοπονούσε και τέρατα θα πάταγαν το πόδι τους στον κόσμο. Ο «ου-τόπος» γίνεται «ευτοπία» που ακουμπά δειλά τα πρώτα δυστοπικά αποτυπώματα. Η απαιτητή μετάφραση από τα γερμανικά ανήκει στη Μαρία Αγγελίδου.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Σπούδασε αθλητική δημοσιογραφία και παρά την αγάπη και την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, συνεχίζει να ασχολείται με το αθλητικό ρεπορτάζ. Έχει εργαστεί σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικούς σταθμούς, κάνοντας βιβλιοπαρουσιάσεις