Ο Άρειος Πάγος, οι «αρνητές της μάσκας» και το ανυπάκουο δίκιο του λαού

Η χρήση του άρθρου 183 του Ποινικού Κώδικα είναι μια επικίνδυνη εξέλιξη

| 23/09/2020

Μπορεί να είθισται να ανεκδοτολογούμε ότι η δικαιοσύνη είναι τυφλή, ωστόσο το ριζοσπαστικό κίνημα δεν μπορεί να είναι τυφλό μπρος στη δικαιοσύνη.

Πολύ συχνά συμβαίνει, και όλο συχνότερα θα συμβαίνει όπως πάνε τα πράγματα, καθώς νιώθουμε μια έντονη και εντατικοποιημένη κοινωνική ανασφάλεια να ψάχνουμε να βρούμε κάπου δίκαιο, δηλαδή στη δικαιοσύνη, στα δικαστήρια, πράγμα διαφορετικό από το δίκιο το οποίο «απ’ το κρατήρα βγαίνει σαν οργή…».

Αν και είναι δυνατό να πιεστεί, και πρέπει να πιέζεται, κοινωνικά η δικαιοσύνη, παραμένει αυτοδύναμη, ένας κυρίαρχος και σαφώς καθοριστικός θεσμός του κράτους και το κράτος παραμένει, ακόμη, δομικά εχθρικό στα συμφέροντα του κόσμου. Είναι άλλα τα μέτρα και άλλα τα σταθμά, λοιπόν. Πάντα θα προσμένουμε και θα επιδιώκουμε από την αστική δικαιοσύνη να ξεγκαβωθεί αλλά πόσο ασφαλές είναι να αντικαταστήσουμε με αυτή τον έναν και μοναδικό de facto, ή και ηθικά de jure, ουσιαστικό θεσμό που είναι η λαϊκή θέληση, η λαϊκή,  κοινωνική, δικαιοσύνη και το ριζοσπαστικό κίνημα του λαού;

Η απόφαση του Αρείου Πάγου για τους «αρνητές της μάσκας», με λίγα λόγια, μοιάζει με μια προοδευτική, λαϊκής απαίτησης στους καιρούς πανδημίας, απόφαση σε ένα ωστόσο, προϋπάρχον και άκρως συντηρητικό, αντιλαϊκό πλαίσιο. Κάθε δρόμος βγάζει σε πολλά σταυροδρόμια, κάθε δέντρο βγάζει δεκάδες κλαδιά και άλλα τόσα φύλλα. Έτσι είναι και οι συνέπειες μιας πράξης. Πολλαπλές. Και οι νομικές συνέπειες δεν είναι παίξε-γέλασε μιας και ακόμη πιο επικίνδυνες, μιας και οικουμενικής ισχύος, που αν γίνουν καθεστώς, δύσκολα ξεμπερδεύεις.

Η «ιστορία γράφεται με ανυπακοή» συνθηματίζει το ριζοσπαστικό κίνημα και άρα έρχεται σε σαφή γλωσσική όπως και ουσιώδη αντίθεση με του άρθρου 183 του Ποινικού Κώδικα που απαγορεύει την «διέγερση σε ανυπακοή». Αυτό το σύνθημα δηλώνει, εξαρχής, την αντι-αστική και αντιθεσμική του θέση. Από την άλλη, η επαναφορά ενός τέτοιου Άρθρου, ποινικής φύσης, μπορεί να μοιάζει ότι χτυπάει ένα σύμπτωμα αλλά, τηρουμένων των εκάστοτε αναγκών του κράτους και με όχημα την δικαιοσύνη, θα διαχέεται και θα δρα μέσα σε ένα σύνολο ριζοσπαστικών θέσεων. Και κανείς δεν μπορεί να υποσχεθεί ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί σύντομα ή μακροπρόθεσμα.

Η δικαιοσύνη του λαού, λοιπόν, δύναται να στείλει στο διάολο τους «αρνητές» φασίστες, την στρατιά των ακόλουθων, των «μπερδεμένων», που άλλωστε δεν έχουν κανένα στόχο να διεγείρουν σε ανυπακοή ενάντια στο κράτος, μιας και αποτελούν συστατικό, επικουρικό στοιχείο του, αλλά να πολώσουν μέρος του κόσμου ενάντια στην ριζοσπαστικοποίηση του. Ταυτόχρονα ωστόσο, ο λαός δεν πρέπει να επιτρέψει στην εκφασίζουσα χρήση του νόμου. Διπλό ταμπλό και δύσκολο. Αλλά αναγκαίο. Δημιουργεί, εκ νέου, ισορροπίες σε σχέση, ακριβώς, με το ποιος είναι κυρίαρχος σε αυτό τον τόπο.

Στη τελική η δικαιοσύνη δεν είναι, ακριβώς, τυφλή, μα της έχουν δέσει τα μάτια.

*Η εικόνα του άρθρου είναι εκσυγχρονισμένη απόδοση σκίτσου της εποχής της Κομμούνας των Παρισίων, που σημειολογεί ορθώς, την λαϊκή δικαιοσύνη ως γυναίκα μάχιμη και με ανοιχτά τα μάτια, κι ως εκ τούτου δανείσθηκε από το εξώφυλλο του δοκιμίου «Το δικαστήριο από τη πρωτόγονη στην αταξική κοινωνία», του Δ. Καλτσώνη, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).