Τις «χειροποίητες» ανεξάρτητες ταινίες του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης να στηρίζουμε

| 14/11/2021

Τον κινηματογράφο μπορούμε να τον προσεγγίσουμε στη βάση διαφόρων κατηγοριών. Σύμφωνα με το είδος, η πιο διαδεδομένη μέθοδος. Κατά απεύθυνση, σε τι κοινό απευθύνεται δηλαδή: στους πάντες για παράδειγμα, σε όσους αναζητούν μια βραδινή διασκέδαση επίσης, σε στοχευμένο κοινό αναλόγως τα δικά του κριτήρια (ιδεολογικά, αισθητικά και φορμαλιστικά). Αν είναι στουντιακός ή ανεξάρτητος, εμπορικός ή καλλιτεχνικός, συμβατικός ή πρωτοποριακός, μαζικός ή φεστιβαλικός. Θα μπορούσαμε όμως να προσθέσουμε και τον «χειροποίητο» δηλαδή αυτόν τον κινηματογράφο που κατασκευάζεται με όλο και λιγότερα οικονομικά μέσα και πόρους, με όσο το δυνατόν λιγότερους συντελεστές.

Δεν προσπαθούμε να πούμε πως ανακαλύψαμε κάτι νέο, πως είναι μια σύγχρονη κατηγοριοποίηση αυτή, ακριβώς γιατί αυτός ο τύπος σινεμά, είναι όπως ακριβώς εφευρέθηκε και που πάντα ήταν ενεργός. Ταυτόχρονα και στο περιθώριο μιας και μέσα στον αιώνα που μας πέρασε, παρά τις προσπάθειες πολλών κινημάτων, όπως για παράδειγμα του ιταλικού νεορεαλισμού, του γαλλικού νέου κύματος κ.α. αυτός ο κινηματογράφος βρισκόταν πάντοτε εκτός του βασικού βλέμματός μας. Οι αίθουσες, και στο σύγχρονο κόσμο το απεριόριστο streaming, είχαν ως προνομιακό πεδίο τους το μαζικό διευρυμένο θέαμα. Αυτό που χρειάζεται εκατομμύρια δολάρια (και ακραίες εργασιακές συνθήκες, εργατική εκμετάλλευση και σοβαρά εργατικά ατυχήματα όπως αυτές τις μέρες σε γυρίσματα χολιγουντιανής παραγωγής στη Θεσσαλονίκη) για να έρθει έτοιμο ως προϊόν μπροστά στα μάτια και τα αυτιά μας. Παρόλα αυτά, η τέχνη παραμένει τέχνη.

Οι καλλιτέχνες θέλουν να εκφράζονται. Η τεχνολογία καταγραφής κινούμενων εικόνων φθηναίνει και ως εκ τούτου επικουρεί. Και το σινεμά μπορεί να είναι ένα κατασκεύασμα σε μια τόσο απλή λογική: ότι ο δημιουργός είναι σαν τον συγγραφέα που μπορεί να γράψει «κείμενα με εικόνες». Μια παλιότερη nouvelle vague λογική που στη πράξη δικαιώνεται. Αρκεί να υπάρχει όραμα. Να υπάρχουν ιδέες και αισθητική καλλιέργεια. Προϋπόθεση λοιπόν είναι το καλλιτεχνικό και εκφραστικό όραμα για να νοηθεί κάποιος ως καλλιτέχνης. Η κάθε τεχνική για τη δημιουργία τέχνης με προσπάθεια, αρκετή προφανώς, δύναται να κατακτηθεί από τον καθένα. Η ευγένεια όμως, ο σεβασμός επί των καλλιτεχνικών αξιών, η εμβάνθυνση είναι ένα πεδίο που δεν αποτελεί απλώς γνωστικό αντικείμενο. Είναι ζήτημα ζωής και θέσεων για αυτή.

Το «χειροποίητο» σινεμά λοιπόν είναι σινεμά των ανθρώπων, είναι ίσως το καλά μαγειρεμένο φαγητό που καλείς τους φίλους σου για να το φάτε παρέα. Δεν είναι ένα big mac κατασκευασμένο, ολοστρόγγυλο και καλογυαλισμένο, κάθε φορά πανομοιότυπο σε όλες του τις λεπτομέρειες, σε αλυσίδα παραγωγής. Μπορεί να έχει πέσει λίγο περισσότερο αλάτι αλλά παραμένει φτιαγμένο με τα καλύτερα υλικά. Αυτό το σινεμά, όπως την παραπάνω ανθρώπινη συνθήκη, την στηρίζουμε. Πέρα ότι μπορεί να είναι και άκρως διασκεδαστικό, κυρίως είναι όλο και πιο κοντά σε μια ισότιμη επικοινωνία μεταξύ πομπού και δέκτη, σε αντίθεση με την εξουσιαστική δύναμη της κάμερας στα χέρια παραγωγών που καταφέρνει να χειραγωγεί πλήρως το βλέμμα, τα συναισθήματα και τις σκέψεις του θεατή.

Πατάει σε μια αρχή, αυτό το τελευταίο: Ο παθητικός καταναλωτής εμπορευμάτων, είναι προϊόν του 20ού αιώνα. Καθόλου τυχαίο, λοιπόν, που και ο κινηματογράφος εφευρέθηκε και άνθησε αυτή τη χρονική συγκυρία. Βρήκε το προνομιακό του κοινό, έτοιμο να παραδώσει πλήρως την αγοραστική του δύναμη. Ωστόσο σε κάθε τι κυρίαρχο, εμφανίζεται και το αντίθετο του. Όπως ο καπιταλισμός γεννάει και τον νεκροθάφτη του, έτσι και το θέαμα γεννάει ανελλιπώς την αντι-θεαματική καλλιτεχνική τοποθέτηση. Τέτοιο σινεμά, ευτυχώς ακόμα για το κοινό, τους καλλιτέχνες και την τέχνη εν γένει, συνεχίζει να φωτίζει πανιά αιθουσών στα κινηματογραφικά φεστιβάλ. Αυτή είναι η αποστολή τους, άλλωστε. Αν την αλλάξουν, μπροστά στη πίεση των χορηγών, των επιχορηγιών, των κρατικών θεσμών και των προθέσεων τους, το σινεμά θα πεθάνει. Και ο πολιτισμός θα πάρει μια τροπή προς την ακραία μονομέρεια, προς την απόλυτη ισοπέδωση.

Αυτό το DIY, το γνωστό ως «do it yourself», χειροποίητο σινεμά έχει πάντοτε τεράστιο ενδιαφέρον όταν το προσεγγίζουμε. Όταν του δίνουμε χώρο να ανασάνει και να προβληθεί. Είναι από την μία βαθιά διασκεδαστικό όπως είπαμε, οπως είναι και βαθιά εγκεφαλικό και σε τελική ανάλυση και καλλιτεχνικά διαπαιδαγωγητικό. Δεν το κρίνουμε ως καλό ή κακό, εντυπωσιακό ή μη, άρτιο ή πρόχειρο. Είναι απλά σινεμά. Όμορφο. Ζεστό. Ανθρώπινο. Εφευρετικό. Πανέξυπνο. Και ως εκ τούτου γοητευτικό. Φτιαγμένο με μεράκι από ανθρώπους που κατανοούν την φύση της κινούμενης εικόνας και της φιλμικής γλώσσας, που γνωρίζουν την ιστορία του μέσου και έχουν δει ταινίες, έχουν αναγνώσει φωτογραφίες, έχουν διαβάσει κανένα βιβλίο παραπάνω, ξέρουν όλο και κάποιον παραπάνω σκηνοθέτη πέρα από τον Spielberg, έχουν άλλα κριτήρια αξιολόγησης. Παντελώς διαφορετικά από τον κυρίαρχο κινηματογράφο που μπαίνει στα σπίτια μας σαν μπάτσος που θέλει να επιβάλλει την, αισθητική, τάξη. Αυτά τα κριτήρια πρέπει να θέτονται με στόχο να συνηγορούν υπέρ του. Να καλυτερεύει. Ακριβώς όπως θέλουμε να βοηθήσουμε ένα παιδί στα πρώτα του βήματα, έτσι ακριβώς θέλουμε να τον στηρίξουμε κι αυτόν, μιας και είναι σινεμά βασισμένο στην αθωότητα. Κόντρα σε κάθε προσπάθεια στενού δασκαλέματός του να γίνει αρεστό στους πάντες, κόντρα στις προσπάθειες διάβρωσης του από το κυρίαρχο σύστημα ως ανίκανο να μιλήσει καλλιτεχνικά, διότι μιλάει άλλη γλώσσα. Είναι ικανό άλλωστε περισσότερο από όσο νομίζουμε. Έχει μεγαλύτερη, ουσιαστικότερη και ποιοτικότερη σαφήνεια.

Το «χειροποίητο» σινεμά γνωρίζει ακριβώς την απήχηση του. Αδιαφορεί για την εμπορική του επιτυχία, αν και φυσικά θέλει και έχει ανάγκη το κοινό του. Ένα κοινό ωστόσο που το καταλαβαίνει και το αγαπάει. Εφόσον αδιαφορεί συνειδητά να έχει «κολεγιές» με τους εμπόρους και στο δημοσιοσχετισμό παίρνει μηδέν, έτσι ακριβώς και οι έμποροι αδιαφορούν για εκείνο. Και μια τέτοια συνθήκη, μια τέτοια άτυπη συμφωνία, αποβαίνει σε τελική ανάλυση, όσο αφορά το ίδιο το καλλιτεχνικό του αντίκτυπο, υπέρ του. Κάπως έτσι, με την αδιαφορία των βιομηχάνων και των λεφτών τους, βρέθηκε ο χώρος να δημιουργηθεί το φιλμ νουάρ, μιας από τις πιο σημαντικές σχολές στη ιστορία του σινεμά. Η πρώτη φορά στην Αμερική όπου ο σκηνοθέτης πήρε τα ηνία στο έργο του και έκανε ό,τι ήθελε να κάνει. Καθώς τα στούντιο γυρίζαν στα βαρετά σκηνικά του Hollywood ταινίες που κανείς δεν θυμάται και κανείς δεν μνημονεύει, ξεχνούσαν και δεν δίνανε σημασία σε εκείνους του μαυρόασπρους σκηνοθέτες που δεν ακολουθούσαν τους κώδικες τους. Στους καλλιτέχνες που λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα δημιουργούσαν ταινίες με απόλυτο ψυχικό βάθος και αισθητική εγκυρότητα, με εκφραστική ελευθερία χώνοντας τα, με τον τρόπο τους, στο ίδιο το σύστημα. Έτσι και σήμερα, οι εκτός στούντιο, εκτός κρατικών θεσμών κινηματογραφικές ταινίες ρίχνουν το βάρος, ενώ έχουν κατακτήσει το θάρρος να κατακτούν και την ελευθερία τους στο τι θέλουν να πουν, σε ποιον θέλουν να απευθυνθούν και ποιον θέλουν να καταγγείλουν. Πιο απλά: δεν νοιάζει τους μεγαλοβιομήχανους, αν 100-200 άτομα παρακολουθήσουν μια ταινία που δεν λογίζεται στα δικά τους μορφικά και περιεχομενικά κριτήρια. Γνωρίζουν πολύ καλά πως η κυρίαρχη συνείδηση μπορεί να ελεγχθεί ούτως ή άλλως, από την κυρίαρχη (κινηματογραφική) αφήγηση που διαφημίζουν και επιβάλλουν. Γνωρίζουν πως και ακόμη και αν κάποιοι φύγουν από την αγέλη, τα μαντριά παραμένουν μαντριά και έτσι τους αφήνουν ήσυχους.

Το χειροποίητο σινεμά μιλάει για επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα. Βάζει στο στόχαστρο κυρίαρχες συμπεριφορές. Κρίνει, αξιωματικά ενίοτε, ηθικές. Μιλάει για ό,τι θέλει να μιλήσει, γεμάτα και μεστά, για ό,τι νιώθει και ό,τι πιστεύει για το σύγχρονο κόσμο σε ένα φάσμα θεματικών, ψυχικής, υπαρξιακής, φιλοσοφικής και πολιτικής φύσης. Μπορεί να διαφωνούμε ή και να συμφωνούμε με τις θέσεις του ως κοινό, αλλά σίγουρα μας επιβάλλεται να εκφράσουμε γνώμη πάνω του. Κάτι τέτοιο το επιζητεί. Εκτός ελέγχου, όπως είπαμε, οι δημιουργοί του είναι ελεύθεροι να τοποθετηθούν προσωπικά επι παντός επιστητού. Καθώς εκφράζονται για οτιδήποτε, εναντιώνονται εξ’ ορισμού στην κυριάρχη γνώμη, στα κυρίαρχα και πιο μοδάτα trends, ξεφεύγουν από την εκφραστική φτώχεια ενός στενού πλαισίου συζήτησης. Διευρύνουν την κουβέντα με τους ανθρώπους. Για να τα καταφέρουν βρίσκουν τους πιο ευφυείς τρόπους, διαπερνούν τεχνικά εμπόδια, γνωρίζουν καλά πως κάθε περιεχόμενο έχει ανάγκη μια φόρμα και πως κάθε φόρμα παράγει άλλο περιεχόμενο. Έτσι πειραματίζονται μονίμως και ανελλιπώς μέχρι να βρούνε τις κατάλληλες λέξεις που θα ορίσουν τις έννοιες τους. Ασκούνται στο ύφος (και καλώς) και ασκούνται ταυτόχρονα και στο τι πρέπει να καταγραφεί, να μονταριστεί, να προβληθεί. Δεν αρνούνται την πραγματικότητα αλλά την εκπληρώνουν με τα πλέον περίεργα και αδόκιμα της εργαλεία. Εκτιμούν την τεκμηρίωση ιδεών και συναισθημάτων, τα χώνουν δεξιά και αριστερά, και αρνούνται τον ναρκισσισμό. Είναι πάντοτε ταινίες γνήσιες και αυθεντικές, εκτός μόδας αλλά εντός των ανθρώπινων ευαισθησιών και αναζητήσεων.

Το κάθε νέο κίνημα στη ιστορία των τεχνών από παρόμοιας πρόθεσης και απεύθυνσης καλλιτεχνικά έργα γεννήθηκε. Αυτή ήταν η μαγιά του. Γι’ αυτό το στηρίζουμε, κόντρα στο κυρίαρχο. Παραφράζοντας λοιπόν τον τίτλο μιας ταινίας από το φεστιβάλ πρέπει να δηλώνουμε πως δεν θέλουμε «να πάμε όλοι στην Παγκόσμια Έκθεση». Γιατί μας αρέσει να κινούμαστε underground.

*Με αφορμή ταινίες όπως τα «Μαγνητικά Πεδία» του Γιώργου Γούση (Ελλάδα) από το τμήμα «Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου» & το τμήμα «Film Forward», το «We ‘re all going to the World’s Fair» της Jane Schoenbrun (ΗΠΑ) από το τμήμα «Film Forward» και τη ταινία «Introduction» του Hong Sang-soo (Νότια Κορέα) από τις Ειδικές Προβολές στο 62ο Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 04-14/11/2021

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).