Για ένα φεστιβάλ που θα ήθελε κι ο Kaurismäki

Μια ανασκόπηση του 64ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

| 26/11/2023

Το φεστιβάλ έληξε με τη νέα ταινία του Aki Kaurismäki. Ένα θαυμάσιο φιλμ, γεμάτο με το ανεξάντλητο δημιουργικό στυλ του Φινλανδού που επέλεξε και επιμένει να μας μιλάει κινηματογραφικά για το τι σημαίνει να είσαι και να παραμένεις άνθρωπος στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο. Μικρή η διάρκεια του, γεμάτη η αφηγηματική του δύναμη. Σινεμά με τα πιο λιτά εργαλεία αλλά και ογκώδους συναισθηματικού φορτίου. Σινεμά που μονάχα αν είσαι ελεύθερος να το κάνεις, το κάνεις.

Τέτοια κινηματογραφικά έργα θεωρώ ότι υπενθυμίζουν σε όλους τα κριτήρια του τι είναι και τι πρέπει να είναι ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ. Το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ο κεντρικός και δημόσιος κινηματογραφικός θεσμός της χώρας, επέλεξε να απωλέσει τα πομπώδη χαρακτηριστικά των βραβεύσεων, και σωστώς, (τα βραβεία δόθηκαν σε μια αποθήκη μέρα μεσημέρι), και να ολοκληρωθεί με ταινία. Ο κινηματογράφος δεν έχει ανάγκη αλλότρια φώτα, πέραν της μηχανής προβολής, για να λάμψει. Ο κινηματογράφος είναι αισθητικό γεγονός.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Η ταινία του Kaurismäki μάς υπενθυμίζει ότι ένα σινεμά ανεξάρτητο παραμένει υπαρκτό. Ένα σινεμά του δημιουργού και όχι των μεγάλων, γυαλιστερών και διαφημιζόμενων παραγωγών και λοιπών παραγόντων παραμένει ζωντανό. Ένα σινεμά που τα καταφέρνει με χαμηλούς προϋπολογισμούς. Που έχει αποκτήσει, και λόγω αυτού, την ελευθερία αναζήτησης νέων εκφραστικών και αφηγηματικών εργαλείων παραμένει δυνατό. Ένα σινεμά που θα «γράφεται», θα «διαβάζεται» και θα καλλιεργεί το κοινό σαν ποίημα ενός καλλιτέχνη παραμένει αναγκαίο.

Ο κινηματογράφος είναι, θεματικά και μορφικά, πραγματικά ανεξάντλητος. Όσο κι ο ανθρώπινος πολιτισμός. Όποιος θεωρεί ότι το σινεμά τελειώνει και οι νέες τεχνολογίες αλλάζουν τον χαρακτήρα του, διαψεύδονται. Τα αυτόνομα έργα κινηματογραφικής τέχνης δηλώνουν, ποσοτικά και ποιοτικά, παρόντα. Το τελικό αποτύπωμα ενός φεστιβάλ είναι να φέρνει το κοινό μονίμως σε επαφή με αυτά. Οι ταινίες είναι ο βασικός και καθοριστικός πυρήνας ενός φεστιβάλ. Η ολόπλευρη διάχυση αυτής της καλλιτεχνικής δυναμικής, το χρέος του.

Η σύνδεσή του με αμφισβητήσιμα προϊόντα (όπως οι τηλεοπτικές σειρές) που σχέση αποκλειστική έχουν με το θέαμα και την διαφήμιση, ακριβώς γιατί τηλεοπτικές, ενώ καθόλου με την οπτική κουλτούρα και την καλλιτεχνική βαθύτητα του σινεμά, αλλοιώνουν την ουσία αυτής της τέχνης. Επιστρέφοντας στο Fallen Leaves του Kaurismäki βλέπω το εξής: Ραντεβού για να γνωριστούν οι χαρακτήρες δίνουν μπροστά σε μια αίθουσα. Δεν αποδέχονται την κοινωνική μοναξιά μπροστά σε μια streaming ή άλλη τηλεοπτική πλατφόρμα. Δεν καταναλώνουν καπιταλισμό, αλλά τον αρνούνται.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ

Μπαίνοντας στην προβλήτα, το κεντρικό χώρο του φεστιβάλ, στα δεξιά υπάρχει μια μικρή αίθουσα αφιερωμένη στο κινηματογραφικό έργο του Τάκη Κανελλόπουλου. Πόσοι γνωρίζουν αυτόν το καθοριστικό μοντερνιστή του ελληνικού σινεμά που έφερε τα πάνω κάτω στην κινηματογραφική τέχνη της χώρας από τη δεκαετία του 1960; Ελάχιστοι, δυστυχώς, έχουν έρθει σε επαφή με την ευαισθησία του. Ήρθε η ώρα, οι ταινίες του, καθώς ψηφιοποιημένες εκ νέου, να κάνουν τον γύρω της Ελλάδας: σε σχολεία και σχολές, σε λέσχες, σε αφιερώματα και συζητήσεις με καλλιτέχνες, κριτικούς, θεωρητικούς, ακαδημαϊκούς και τον κόσμο. Να συζητηθεί και να κριθεί το «γιατί», επέρχεται η λήθη. Απάντηση θα δοθεί εφόσον η τέχνη διαπερνάει με κάθε πρόσφορο μέσο την κοινωνία. Άλλωστε, γι’ αυτή φτιάχνεται. Να μην συνηθίσουμε σε spin off.

Λίγο παρακάτω η κεντρική εικαστική έκθεση του φεστιβάλ ΦΑΝΤ ΣΜ ΤΑ, απέναντι το Μουσείο Φωτογραφίας, το Μουσείο Κινηματογράφου και ένα τμήμα του MoMus. Το σινεμά θα είχε παραμείνει ένα εμπορικό θέαμα αν δεν είχε προσπαθήσει να συνδεθεί με τα μοντερνιστικά κινήματα της εικόνας εν γένει. Έκανε άλματα γιατί αφομοίωσε την αφαίρεση της φωτογραφίας, την πλαστικότητα του χώρου, το χρώμα μιας λαδομπογιάς. Η ιστορία του κινηματογράφου, μέσα κι από το πρίσμα μιας σύγχρονης ερμηνείας της, θα μπορούσε να αποτελέσει την πρώτη ύλη για εκθέσεις τεράστιου εικαστικού ενδιαφέροντος. Θα ανακινούσε αισθητικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς.

Στα χέρια μου πέφτουν οι εκδόσεις του φεστιβάλ. Βιβλία. Θεωρητικός λόγος, κριτικός στοχασμός. Ο κινηματογράφος, και πάλι, δεν θα ήταν αυτό που είναι, τέχνη με βαθιές σωρευμένες πολιτισμικές αναφορές και απολήξεις με επίδραση σε όλον τον 20ο αιώνα αν δεν βρισκόταν σε μόνιμη διάδραση με την ερμηνευτική προσέγγισή του. Η ανάγνωση ενός βιβλίου πάνω στην οπτική κουλτούρα έχει εφάμιλλης δυναμικής, με αυτόν, προεκτάσεις. Όπως και η ίδια η φόρμα, η μορφή -σχεδιαστικά, εικαστικά, υλικά (τι φύλλο χαρτί, τι μέγεθος κ.λπ)- των εκδόσεων. Τα βιβλία πρέπει να μετατραπούν σε ανοιχτά και προσβάσιμα εργαλεία αναζήτησης πολιτισμικών και αισθητικών συνδέσεων ανάμεσα σε όλες τις μορφές οπτικών τεχνών. Οι δημόσιες βιβλιοθήκες να γεμίζουν. Οι δημόσιες παρεμβάσεις να αναπτύσσονται. Το βιβλίο να διακινείται.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Η ταινία του Kaurismäki είναι από την Φινλανδία. Αυτό είναι το όμορφο: να βλέπουμε κινηματογράφο σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνουμε, ανθρώπινες εκφράσεις που δεν μας είναι οικείες, τελετουργίες και ενέργειες με τις οποίες δεν έχουμε καμιά επαφή, να επανερχόμαστε σε κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που μοιραζόμαστε σαν ανθρωπότητα μέσα από το βλέμμα ενός διαφορετικού λαού. Είδα, στον χρόνο που είχα, χιλιανές, γερμανικές, μεξικάνικες, αμερικάνικες, γαλλικές, αυστραλιανές, πορτογαλικές, βιετναμέζικες, ρουμάνικες ταινίες. Σινεμά που δεν θα ξαναδώ σε αίθουσα και σχεδόν σίγουρα, ούτε με κάποιον άλλον τρόπο. Κινηματογράφο από χώρες, κράτη και λαούς που δεν είναι τα κυρίαρχα στο κινηματογραφικό γίγνεσθαι. Με θεματικές που εδράζονται στο κοινωνικό, φιλοσοφικό και πολιτικό παρόν. Που αναζητούν τα πολλαπλά επίπεδα της πραγματικότητας στην ψυχή, στη καρδιά και στη συνείδηση. Με στόχευση τα συναισθήματα και τη νόηση των θεατών. Έτσι βγαίνουμε από την αίθουσα πιο γλυκιοί, πιο ζεστοί, πιο πολιτικά σκεπτόμενοι, ενίοτε κι οργισμένοι, πιο αισθητικά καλλιεργημένοι. Διότι έχουμε συναναστραφεί με την ανθρωπότητα.

Μέλημα του φεστιβάλ, λοιπόν, είναι όλο αυτό τον όγκο κινηματογραφικής αφήγησης να τον κάνει focus, να εστιάσει πάνω του. Δεν είναι ζήτημα μονάχα προγραμματισμού, μόνο αυτό δεν είναι, αλλά ουσίας. Είναι πολιτική τοποθέτηση όταν ένα φεστιβάλ προτείνει εθνικές κινηματογραφίες (όπως το Ματιές στα Βαλκάνια που έκανε γνωστούς στη χώρα πάρα πολλούς βαλκάνιους δημιουργούς, το νέο κύμα του ρουμάνικου σινεμά κ.α), όταν αναζητάει σε παγκόσμιο επίπεδο νέες σχολές και κινήματα, όταν υπενθυμίζει με αφιερώματα δημιουργούς του παρελθόντος που ξεχάστηκαν και χάθηκαν.

Επίσης. Το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης οφείλει πάντοτε να αναδεικνύει ως κεντρικό του πυρήνα τον κινηματογράφο της χώρας, αυτόν που βάλλεται από ιδιωτικά ιδρύματα, υπουργεία, τηλεπαράγοντες και μεγάλους παραγωγούς για το τι θα πούνε, πώς θα το πούνε, για ποιόν θα το πούνε. Αν ο ελληνικός κινηματογράφος θα επιστρέψει ως εθνική κινηματογραφία ή αν θα μετατραπεί σε παράρτημα του Netflix. Το φεστιβάλ πρέπει να αποτελέσει τον προστάτη μπροστά σε όλες αυτές τις πιέσεις.

Επιπλέον. Τις πιο δυνατές κινηματογραφικές προτάσεις, ακόμη και με τις αδυναμίες τους (πολύ όμορφες οι αδυναμίες στο σινεμά, καθώς πηγή έμπνευσης) τις βρίσκω πάντοτε στα επιμέρους τμήματα, εκεί που δοκιμάζεται, εκεί που πειραματίζεται το ατόφιο σινεμά. Το Film Forward, το Round Midnight, τα στοχευμένα -αισθητικά, ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά- αφιερώματα.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Επιστρέφω στην ταινία του Kaurismäki. Όπως οι περισσότεροι γνωρίζουμε έχει μια σπουδαία εμμονή που σπανίζει. Όλοι οι χαρακτήρες των έργων του είναι εργαζόμενοι. Γι’ αυτό τον κόσμο μιλάει και σ’ αυτόν απευθύνεται όλη του η εργογραφία. Λαϊκοί άνθρωποι, γεμάτοι προβληματισμούς και αναζητήσεις. Άνθρωποι που αγκαλιάζουν την ζωή που τους απαγορεύεται.

Είδα τριάντα ταινίες σε αίθουσα και άλλες δέκα περίπου online. Το κόστος για να καταφέρει ένας εργαζόμενος, ένας ήρωας του Kaurismäki δηλαδή -και είναι πάρα πολλοί αυτοί- να παρακολουθήσει τόσο σινεμά είναι τεράστιο. Το υπουργείο οφείλει να χρηματοδοτήσει κι άλλο το φεστιβάλ με στόχο την σοβαρή μείωση των εισιτηρίων του φεστιβάλ, την διανομή δωρεάν εισιτηρίων σε ανέργους, μαθητές, φοιτητές. Οι αίθουσες μέσα στη χρονιά, εκτός εξαιρεσέων, είναι γεμάτες από εμπορικά και αδιάφορα προϊόντα. Το φεστιβάλ είναι η όαση της κινηματογραφικής τέχνης και απευθύνεται σε όλο τον λαό της πόλης και της χώρας.

Πώς θα γνωρίσει, πώς θα μάθει, πώς θα εμπνευστεί ένας νέος που θέλει να ασχοληθεί με το σινεμά, πώς θα παραχθούν νέοι σκηνοθέτες, πώς θα ευαισθητοποιηθούν, πώς θα «ταραχτούν» τα συναισθήματα των ανθρώπων αν δεν μπορούν να έχουν συνεχή κι απρόσκοπτη πρόσβαση στα έργα τέχνης;

**

Ο κινηματογράφος μπορεί να γίνει εργαλείο υπεράσπισης της ανθρωπιάς του κόσμου μπροστά στην κοινωνική και πολιτική μιζέρια.

 

Υ.Γ.  Το Fallen Leaves του Aki Kaurismäki, έλαβε το Grand Prix FIPRESCI 2023 για την Καλύτερη Ταινία της Χρονιάς. Αυτή είναι η τρίτη φορά που ο Φινλανδός σκηνοθέτης κερδίζει το βραβείο αφού επιλέχθηκε η καλύτερη ταινία του 2023 από τα μέλη της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου, FIPRESCI. Στην ψηφοφορία συμμετείχαν 669 κριτικοί από όλο τον κόσμο (συμμετοχή ρεκόρ). Το Fallen Leaves έκανε πρεμιέρα στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών, όπου απέσπασε το βραβείο της κριτικής επιτροπής. Αυτή είναι η τρίτη φορά που η Kaurismäki λαμβάνει αυτή την αναγνώριση από τη διεθνή κριτική, το 2002 για το The Man Without a Past και το 2017 για το The Other Side of Hope. (απόσπασμα από την ανακοίνωση της FIPRESCI)

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος του ΔΣ της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ), της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) και της Επιτροπής κρίσης και αξιολόγησης του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας (ΕΕΤΕ).