Auditorium: A. Hvizdalek, Mensimonis, 75 Dollar Bill, Phronesis, N. Kummert

...και Κρίστη Στασινοπούλου - Στάθης Καλυβιώτης

| 13/04/2017

Δεν είναι καθόλου καινούρια τούτη η στήλη. Έκανε την πορεία της για αρκετό καιρό, στο παρελθόν («Δίφωνο», «Jazz& Τζαζ») πέρασε στην διαθεσιμότητα και έρχεται και πάλι στο προσκήνιο του φιλόξενου «Περιοδικού». Κυρίως νέες μουσικές θα παρουσιάζει αλλά δεν θα παραλείπει να μεταφέρει δημιουργικές προτάσεις από το κυρίως ρεύμα της δισκογραφίας. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι η συνοπτική αλλά ουσιαστική παρουσίαση των καλλιτεχνικών προϊόντων.

17904093_613028258886848_2486185415826134586_n

To Index εξερευνά επί 47 λεπτά  τις ηχητικές δυνατότητες της ανθρώπινης φωνής πέρα από τα ήδη γνωστά όριά της.  Αποτελείται από φωνητικά της  Αυστριακής Agnes Hvizdalek καθώς αποκρυσταλλώνει την δεκάχρονη πειραματική πρακτική της μέσα από συστηματική έρευνα. Ηχογραφημένη στη βάση μιας καμινάδας 60 μέτρων στο κέντρο του Σάο Πάολο περιλαμβάνει, πέραν των βοκαλισμών, πλείστους όσους αστικούς θορύβους μακροηχητικών πεδίων -εργασίες κατασκευών, ραδιόφωνα, ελικόπτερα- που συνδυάζονται στην δημιουργία της abstrait φωνητικής μουσικής της. Ελεγχόμενες ανάσες, δυναμικές αρμονικές με ηχώ και πολυφωνίες συγκροτούν ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα, ένα βήμα, ίσως, παραπέρα από τις πρώτες δουλειές της Diamanda Galas.

17903940_613028518886822_6726786139787002089_n

Οι Mensimonis, ήγουν, ο Ολλανδός  Radbound Mens και ο  Δανός Lukas Simonis– εξ’ ου και ο τίτλος του σχήματος- συνταιριάζουν ηλεκτρονικά, κιθάρα και  ηλεκτρογεννήτριες για να ηχογραφήσουν το Clone Fever– γεμάτο ηθελημένες κακοφωνίες και παραφωνίες, ιντάστριαλ θόρυβο συν χάρντκορ ροκ. Με αυτά τα δεδομένα οι τέσσερεις μακράς διάρκειας συνθέσεις εμφορούνται από διαφορετικές συχνότητες drones εν είδει τεράστιων κυμάτων θορύβου, με τον Radbound να παίζει τα χαμηλών τόνων μέρη του ήχου- με ταλαντωτές και εφέ- και τον Simonis να ασχολείται με διάφορες λούπες από κιθάρες.

17903738_613028205553520_4936274036047164076_n

Ντουέτο με βάση την Νέα Υόρκη με το δεύτερο τους άλμπουμ να θεωρείται ένα εκ των καλυτέρων της περασμένης χρονιάς σε διάφορα έντυπα και σάιτ της εναλλακτικής σκηνής. Οι 75 Dollar Bill, όπου, ο Rick Brown  παίζει αυτοσχέδια κρουστά και κόρνες και ο Che Chen, ηλεκτρική κιθάρα συν μπάσο, έγραψαν το Wood/Metal/Plastic Pattern/Rhythm/Rock”, ως ένα χωρίς τέλος υπνωτικό, παλλόμενο θορυβώδες  μουσικό ταξίδι, επηρεασμένο από τα σκληρά ηλεκτρικά μπλουζ, τους αραβικούς τρόπους της μαυριτανικής μουσικής και τον ροκ μινιμαλισμό.

 17884078_613028935553447_7039917553499301439_n

Ένα από πιο ενδιαφέροντα σύγχρονα σύνολα της ευρωπαϊκής τζαζ σκηνής, το τρίο των Phronesis, στον έβδομο δίσκο τους, The Behemoth, συνεργάζονται με τον συνθέτη, Julian Argüelles (Loose Tubes) και την Frankfurt Radio Big Band της οποίας ο τελευταίος αποτελεί εδώ και χρόνια μέλος. Υπό την διεύθυνση και την ενορχήστρωσή του Argüelles ερμηνεύουν ξανά δέκα παλιότερα τους κομμάτια σε ένα πλατύτερο ηχητικό κάδρο με την μεγάλη μπάντα και τους Jasper Høiby( μπάσο), Ivo Neame (πιάνο)  και Anton Eger (ντραμς) να εδραιώνουν την αξία τους ως ένα σύνολο που αυτοσχεδιάζει συνθέτοντας παραγωγικά, στοιχεία από ροκ, κλασική και τρίτο ρεύμα.

a0666991538_10

Για τον τενόρο σαξοφωνίστα Nicolas Kummert, το “La Diversité” αποτελεί ένα ακόμη βήμα- το τρίτο- στην όλο και αυξανόμενη ποικιλομορφία των ήχων του. Μαζί με τους  Nicolas Thys στο μπάσο και  Karl Jannuska στα ντραμς, ο Βέλγος μουσικός φέρνει στην μπάντα τον κιθαρίστα και τραγουδιστή από το Μπενίν, Lionel Loueke, και με αυτόν ντουετάρει στα μισά, σχεδόν, κομμάτια του άλμπουμ. Πολύ χαρακτηριστικό της εν λόγω συνεργασίας, το “Lighthouse” (για την δύσκολη εποχή της μετανάστευσης)- όπως χαρακτηριστικό για τον ήχο του γκρουπ είναι η φανκ τρόπο τινά πλευρά του (“Diversity Over Purity”) που δένει απολαυστικά με τις σλόου, δίκην μπαλάντας, συνθέσεις (“La Peuple De L’Arc-En- Ciel”).

 17862706_613028598886814_6419112334169243367_n

Έκτος δίσκος για την Κρίστη Στασινοπούλου και τον Στάθη Καλυβιώτη, το “ΝΥΝ”- ύστερα απ’ το πολύ καλό “Greekadelia” του ’12- ήτοι, μια ακόμη δημιουργική ενασχόληση με τους ρυθμούς της δικής μας και αλλότριας παράδοσης, εναρμονισμένης στις  αισθητικές της ψυχεδέλειας- του πιο κλασικού ροκ αλλά και του πανκ, ως στάση- διανθισμένης με στοιχεία ελεκτρόνικα και trance.. Υπάρχουν σάμπλς από φυσικούς ήχους- κουδούνια, τζιτζίκια κ.α.- έτσι ώστε να ολοκληρώνεται  η εικόνα μιας διαρκώς εξελισσόμενης μουσικής- ένα ηχητικό καλειδοσκόπιο με σεβασμό στην παλιά μουσική αλλά με ανανεωτικές και σύγχρονες τάσεις έκφρασης. Στα επιπλέον θετικά οι στίχοι, βεβαίως, που όπως κάθε φορά αναφέρονται στα συναισθήματα εν μέσω άγριας κοινωνικής κρίσης- άκου το φινάλε “Όλα πάνε και έρχονται”.

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιολογία στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Παράλληλα, έπαιξε ως μουσικός παραγωγός σε πολλά ραδιόφωνα για πολλά χρόνια και έγραψε ως μουσικός κριτικός σε μια σειρά περιοδικά. Αυτό συνεχίζει μέχρι και σήμερα.