«Το αρχαιοελληνικό ιδεώδες» του Netflix

Το «Αίμα του Δία» είναι φασισμός μαζικής κατανάλωσης

| 11/11/2020

Οι ταινίες γίνονται συχνά αφορμή για να μιλήσεις για διάφορα άλλα. Το Netflix, και μια νέα του σειρά, μας δίνει μια τέτοια ευκαιρία. Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον, λοιπόν, ειδικά τα παρωχημένα ιδεώδη που μας έρχονται σαν junk food έτοιμα για κατανάλωση.

Κάτι τύποι με ελληνικό επίθετο από το Νιού Τζέρσευ, δηλωμένοι σεναριογράφοι, φαίνεται πως τις αναφορές τους για την χώρα μας, την ιστορία της, το λαό μας και τον πολιτισμό μας τις έχουν προσλάβει μονάχα μέσα από καρτποστάλ και από παιδικές εκδόσεις μυθολογίας τύπου «όλα 1 ευρώ». Φαίνεται επιπλέον ότι θεωρούν πως σε τούτο εδώ τον τόπο, τον 21ο αιώνα, συνεχίζουμε να κυκλοφορούμε με χλαμύδες δοξάζοντας το μπετοναρισμένο Παρθενώνα και θα τσιμπήσουμε με λίγα μπράτσα ενός ημίθεου, που για να υπογραμμιστεί ως ημίθεος, πρέπει να είναι και γαλανομάτης. Πως έχουμε ανάγκη μια ανασκόπηση, ουσιαστικά μονόπλευρη, στο αρχαίο παρελθόν, και ίσως να έχουν δίκιο εν μέρει, δημιουργώντας σεναριακά (created by…) κάτι. Ωστόσο αυτό το «κάτι», με όρους σχέσης του με την ιστορία και τους θρύλους, φαίνεται ότι πατάει πάνω στα πιο χυδαία, βίαια και άθλια συμπεριφορικά συναισθήματα μιας μεγάλης μερίδας θεατών: ακριβώς λόγω της μεγάλης μαζικότητας του Netflix, εν τέλει δικαιώνονται οι ίδιοι και το σύστημα που τους χρηματοδοτεί για την επιλογή τους να το δημιουργήσουν. Η σύνθεση ιστορίας και θρύλου, καταρχήν δεν είναι ένα μείγμα αδόκιμο για μυθοπλασία αλλά εδώ εμφανίζεται πλήρως, αναχρονιστικά και ανιστορικά, βλακωδώς. Ας εξηγήσουμε, ωστόσο, γιατί μια τέτοια κριτική και γιατί επιλέγοντας ένα προϊόν μαζικής κουλτούρας θεωρούμε πως αποτελεί έναυσμα για ευρύτερους αφορισμούς.

α. Μοναδικές έννοιες που επαναλαμβάνονται και ανακυκλώνονται είναι: «θυσία», «μοίρα», «οίκτος», «αίμα», «θεότητα», «χρέος», «υποταγή» λες και μεταφράζονται οι Manowar. Έννοιες όλες τους ιστορικά σχετικές και άρα ασαφείς στη γενικότητά τους. Έννοιες υπαρκτές ως επιβλητικές αξίες στο αρχαιοελληνικό ιδεώδες (που ιστορικά δεν είναι κυρίαρχες μόνο αυτές, αντιθέτως μάλιστα, αλλά οι σεναριογράφοι αυτές μονάχα επιλέγουν να αναδείξουν) και κατά συνέπεια στο νεοελληνικό αφήγημα. Έννοιες, τελικά, πολιτισμικά ριζωμένες επαρκώς για την κατασκευή, μεταφέροντας τες άκριτα στο σύγχρονο κόσμο, μιας συνείδησης υποταγμένης σε μια ανώτατη δύναμη και «αρχή».

β. Με μια ψυχρή, σχεδόν υπό το μηδέν, εικαστική τοποθέτηση άνευ οποιουδήποτε συναισθήματος.

γ. Με μια κοινωνική αποτύπωση μονάχα ηρώων και ηγετών (και στο φόντο ενός απαθή πληθυσμού που τα μάτια του λαμπυρίζουν μπροστά σε θεϊκά θαύματα και ηρωικά κατορθώματα), ηρώων με σκληρό βλέμμα, ανέγγιχτων από κάθε συναισθηματική διάσταση πραγματικών όντων (ανθρώπων).

Αυτό είναι το «Blood of Zeus». Το «Αίμα του Δία» δηλαδή, μια σειρά που έρχεται την κατάλληλη μεταμοντέρνα εκφασισμένη εποχή: Αίμα ενός «θεού» που ταιριάζει εύκολα στις δυτικές κοινωνίες όπου το «αίμα», η «τιμή» και η υποταγή στην ανώτατη αρχή πρέπει να θεωρείτε δεδομένη και αν όχι, τότε επιβεβλημένη, ενώ το συναίσθημα οφείλει να εξοβελιστεί ως «αδυναμία».

Αυτό το anime, σχεδιασμένο και σεναριακά γραμμένο με επιλεκτική απουσία κάθε εμβάθυνσης, με παγανιστική και μόνιμα τελετουργική περιβολή, ακραία και επαναλαμβανόμενα βίαιο από την αρχή ως το τέλος, βίαιο σχεδόν ηδονικά, αποτελεί μια επιδερμική αποτύπωση αλλά ωστόσο μια, σημαντικής δυναμικής, αναθεώρηση των ιστορικών συγκυριών και γεγονότων. Η μυθοπλασία, ξαναλέμε, αν εκμεταλλευτεί το μύθο και την ιστορία με γνώμονα τις σύγχρονες ηθικές ανάγκες, μέρος της καλλιτεχνικής πράξης πάντοτε αναγκαίο, μπορεί να δημιουργήσει έργα τέχνης, αλλά εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, μιας και είναι η χαρά του κάθε φασιστοχαζοχαρούμενου. Αυτού που μπορεί να νιώθει, ή σωστότερα παίρνει εκ νέου άλλοθι να νομίζει, πως το αίμα του είναι συνέχεια του αίματος του απόλυτου θεού (!), του απόλυτου άρχοντα. Κι ας είναι επιστημονικά γελοιωδέστατη, η ρατσιστική θεωρητική εικασία του «αίματος». Ασχέτως δηλαδή, που αυτή η έννοια δεν ενδιαφέρει κανέναν ιστορικό για την μελέτη του πανανθρώπινου πολιτισμού, ούτε οποιοδήποτε σοβαρό καλλιτέχνη που έχει ηθικές αξίες σύμφυτες με την ανθρωπότητα, καλλιτέχνη που όταν μιλάει για αίμα σκέφτεται και εκφράζει αυτό των πληγών που το σύστημα βάναυσα και βίαια έχει επιφέρει σε όλους ανεξαιρέτως τους λαούς.

Ασχέτως λοιπόν των παραπάνω, οι δυο από το Νιου Τζέρσευ αυτόπαρασημοφορούνται Έλληνες και καλλιτέχνες, ενώ απλώς είναι άλλα δυο πιόνια των αμερικάνικων στούντιο, γραβατωμένοι της εκεί ελληνικής κοινότητας που ουδεμία σχέση έχουν ή μπορούν να έχουν με την ουσία της μυθολογίας και της τέχνης αλλά κυρίως με τα βάσανα των λαών του 21ου αιώνα. Άλλωστε το λόμπι στο οποίο ίσως ανήκουν, θα μοιάζει με ένα παραμάγαζο άλλων επιχειρηματικών λόμπι, παίρνοντας παραπάνω δυναμική (ή αλλιώς προώθηση στις μάζες) μέσα από το γόητρο του «προοδευτικού» και μαζικού Netflix.

Το ξαναλέμε, ό,τι κυκλοφορεί εμπορευματικά, πλασάρεται προφανώς για πάσα κατανάλωση. Κι ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται μια κριτική που βάζει σε αμφισβήτηση οτιδήποτε συντηρεί ή ανακυκλώνει αφηγήματα και ιδεώδη που η θέση τους είναι στα υπόγεια της ιστορίας.

Δεν ξέρω αν μπορώ ή αν θέλω να παρακολουθήσω αυτή την αντιαισθητική και αναχρονιστική σειρά (#6 στη προτίμηση των τηλεθεατών, αυτές τις μέρες) για να δω αν αυτή η μορφή αφήγησης των πρώτων επεισοδίων συνεχίζει μέχρι τέλους μιας και θεωρώ, ίσως «διαισθητικά», ότι όλο και θα χειροτερεύει: άλλωστε θεωρώ καταρχήν ότι πρέπει να αντιστέκομαι στη χαρά της «αγέρωχης» εθνικής μυθολογίας, να αντιστέκομαι σε μια συναισθηματική κατάσταση που ουδεμία σχέση έχει αλλά προσβάλλει τον ηθικά πανανθρώπινο δημοκρατικό πολιτισμό.

ΥΓ. Ο υπόλοιπος σεναριακός «βίος και πολιτεία» των δυο αδελφών περιέχει απ’ ό,τι βλέπω, κατασκοπευτικά, στρατιωτικά θρίλερ υπεράσπισης της ασφάλειας των ΗΠΑ, πράγμα που δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση.

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).