Jimmy's Hall, του Ken Loach

«Με τον Χριστό ή με τον Gralton;»

| 04/12/2014

Από την Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες η νέα ταινία ενός από τους ελάχιστους σκηνοθέτες παγκοσμίως που είναι ταγμένος στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης και του σοσιαλισμού. Δηλώνοντας, παράλληλα ότι αυτή θα είναι και η τελευταία του ταινία, ο Ken Loach αφηγείται την (βασισμένη σε αληθινή ιστορία) περιπέτεια του ιρλανδού κομμουνιστή Jimmy Gralton, που εξορίστηκε χωρίς δίκη από τη χώρα του το 1933, επειδή θεωρήθηκε επικίνδυνος από τις αρχές. Η δύναμη της ταινίας συνίσταται στο γεγονός ότι ενώ είναι ένα κρυστάλλινο και χωρίς μισόλογα πολιτικό μανιφέστο, καταφέρνει να υπερβεί τον κίνδυνο του να είναι μονοδιάστατη και αναδίδει μια ανθρωπινότητα που έχει διαχρονικό και παγκόσμιο χαρακτήρα.

Εν έτει 1921, σε μια Ιρλανδία στα πρόθυρα του εμφυλίου, ο Jimmy Gralton (Barry Ward) φτιάχνει ένα πολιτιστικό κέντρο, όπου οι νέοι της κοινότητας μπορούν να παρακολουθήσουν μαθήματα καλλιτεχνικών, να συζητήσουν για λογοτεχνία, να αναπτύξουν πολιτικούς προβληματισμούς και πάνω από όλα να ακούσουν μουσική, να χορέψουν και να διασκεδάσουν. Η εκκλησία, όμως, και ορισμένοι πολιτικοί παράγοντες αναπτύσσουν έντονη πολεμική απέναντι σε αυτό το εγχείρημα και ο Jimmy αναγκάζεται να φύγει από τη χώρα. Η αίθουσα χορού κλείνει και εγκαταλείπεται. Δέκα χρόνια αργότερα, κατά την κορύφωση της μεγάλης οικονομικής κρίσης, ο Jimmy επιστρέφει από την Αμερική, για να φροντίσει τη μητέρα του και να κάνει μια ήσυχη ζωή, καλλιεργώντας το οικογενειακό χωράφι. Η νεολαία της περιοχής όμως, πείθει τελικά τον Jimmy να ανακαινίσει το πολιτιστικό κέντρο. Για δεύτερη φορά, ο Jimmy, βλέποντας τη φτώχεια και την αυξανόμενη πολιτιστική καταπίεση, αποφασίζει να ανοίξει την αίθουσα, προσφέροντας ευκαιρίες για εκπαίδευση και ψυχαγωγία σε μια περίοδο μαζικής ανεργίας. Πολύ σύντομα, όλες οι καθεστωτικές δυνάμεις (πολιτικοί, γαιοκτήμονες, αστυνομία, φασίστες, εκκλησία) θα συνασπιστούν εναντίον του.

Σε μια εποχή όπως η σημερινή, όπου η κάθε απόπειρα για διεκδίκηση των αυτονόητων συναντά πελώρια εμπόδια και απαιτεί/προϋποθέτει μια στρατηγικού χαρακτήρα αναμέτρηση και σύγκρουση με το αστικό καθεστώς, η ιστορία αυτή φαντάζει εξαιρετικά επίκαιρη. Επικεντρώνοντας την προσοχή του ο Loach στην ανάγκη και την επιθυμία των κατοίκων της κοινότητας να μορφωθούν, να διοχετεύσουν δημιουργικά τις δυνάμεις τους σε παραγωγικές δραστηριότητες, να ψυχαγωγηθούν, να ερωτευτούν, να ανταμώσουν, να συνευρεθούν και να επικοινωνήσουν, υποστηρίζει με γλαφυρό τρόπο πως για να πραγματοποιηθούν όλα αυτά χρειάζεται συλλογική πολιτική δράση, αφού η άρχουσα τάξη και οι θεματοφύλακες της κυριαρχίας της θεωρούν τα παραπάνω επικίνδυνα και τα πολεμούν λυσσαλέα. Έτσι, μέσα από το φαινομενικά ασήμαντο γεγονός της ύπαρξης μιας πολιτιστικής λέσχης, γινόμαστε κοινωνοί μιας μελέτης πάνω σε βαθιά κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, τα οποία μέσα από απλά παραδείγματα της καθημερινής ζωής λαϊκών ανθρώπων διερευνώνται και απαντώνται με ρεαλιστικό τρόπο. Οι τσιφλικάδες στριμώχνονται όταν οι εξώσεις που κάνουν προς άπορες οικογένειες δημιουργούν ένα κύμα πλατιάς και ειλικρινούς αλληλεγγύης, οι γεμάτοι χαρά χοροί γίνονται στόχος των παρακρατικών, άνθρωποι γεμάτοι πάθος για ζωή και με συναισθήματα που ξεχειλίζουν στηλιτεύονται ως ανήθικοι από την εκκλησία, η οποία επιπλέον απαιτεί και την αποκλειστική δικαιοδοσία στην εκπαίδευση των ανθρώπων. Ακόμα και η jazz, η κατεξοχήν αυθεντική λαϊκή μουσική, η συνδεδεμένη με ένα πνεύμα ελευθερίας, καταγγέλλεται ως συμβάλλουσα στη διαφθορά και την πολιτισμική αλλοίωση.

Έχοντας δεχτεί αρκετές φορές την κριτική ότι κάνει απλώς στρατευμένες ταινίες σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ο Ken Loach για άλλη μια φορά, μέσα από το ίδιο του το έργο απαντά, ξεδιπλώνοντας έναν μεγάλο πλούτο στοιχείων τόσο σε επίπεδο περιεχομένου όσο και σε αισθητικές επιλογές. Η ταινία του διαπνέεται από έναν βαθύ και ευγενή ρομαντισμό που αφορά στον έρωτα, ένα λεπτό και διακριτικό χιούμορ που χρειάζεται σε κάθε στροφή της ζωής και μια διάχυτη αισιοδοξία όσον αφορά στο παρόν και στο μέλλον του ανθρώπου. Με ένα εξαιρετικού ρυθμού μοντάζ το οποίο αντανακλά τις λεπτές ισορροπίες των σύνθετων σχέσεων που αναπτύσσονται, με μια αξιοθαύμαστη φινέτσα στη φωτογραφία και τη σκηνογραφία που αποδίδουν την αίσθηση της εκάστοτε συγκυρίας και με ένα υπέροχο πάντρεμα ιρλανδικής και jazz μουσικής, ο Loach μας παραδίδει ένα φιλμ βαθιά ανθρώπινο και με εικαστική αρτιότητα. Και προς όσους θεωρήσουν ότι στην ταινία την πρωτοκαθεδρία έχει μια στεγνή πολιτική τοποθέτηση, την απάντηση δίνει ο Lenin πολλά χρόνια πριν: «Ίσως είναι αλήθεια… πρέπει κανείς να διαλέξει ανάμεσα στην ηθική και την αισθητική αλλά δεν είναι λιγότερο αλήθεια πως ό,τι και να διαλέξει κανείς θα βρει το άλλο στο τέρμα του δρόμου».

Ο Δημήτρης Κεχρής είναι φωτογράφος και επιμελητής. Σπούδασε Φυσική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ολοκλήρωσε το πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών «Ψηφιακές Μορφές Τέχνης» της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Είναι συνιδρυτής του κόμβου θεωρίας και κριτικής της φωτογραφίας ALDEBARAN και εργάζεται ως επιμελητής στο MedPhoto Festival. Κείμενά του για τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο έχουν δημοσιευτεί σε επιθεωρήσεις, σε συλλογικούς τόμους και στον ημερήσιο Τύπο. Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος.