«Les Miserables»... στα σύγχρονα γκέτο του καπιταλισμού

| 15/11/2019

Είναι αξιοθαύμαστο να βλέπουμε νέους καλλιτέχνες να αγγίζονται τόσο έντονα, τόσο βαθιά, τόσο πολιτικά από τη κοινωνική πραγματικότητα την οποία ζούνε και δίχως περιστροφές να μιλάνε για αυτή. Λείπουν τέτοιοι κινηματογραφιστές είναι αλήθεια. Ειδικά νέοι που αναγκάζονται μέσα στην βιομηχανία του θεάματος να συμβιβάζονται και να κυνηγούν καριέρες. Από την πρώτη του ταινία ωστόσο ο Ladj Ly από την Γαλλία επικαιροποιεί ένα νέο «Μίσος» και μας εκπλήσσει με το θάρρος του. Καριέρα είναι κι αυτό προφανώς. Αλλά βασισμένη σε πολιτική δήλωση. Οδυνηρή. Δεν θα μπορούσε παρά να συμβαίνει κάτι τέτοιο: Η κοινωνία της Γαλλίας ασταμάτητα συνταράσσεται. Η σύγχρονή της πραγματικότητα δημιουργεί τις πιο κατάλληλες συνθήκες για να παραχθούν σύγχρονα έργα τέχνης. Κάποιοι την προσπερνούν. Και κάποιοι παίρνουν αποφάσεις να εκφραστούν ντόμπρα με όρους σύγκρουσης.

Η «Miserables» είναι μια ταινία με πολιτικές προθέσεις. Δεν θα μπορούσε κάτι διαφορετικό άλλωστε με το βαρύ τίτλο που διαλέγει και με το τσιτάτο του Ουγκό που την πλαισιώνει: «Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα όπως κακά φυτά ή κακοί άνθρωποι. Υπάρχουν μονάχα κακοί καλλιεργητές».

Τα γκέτο είναι το θέμα της ταινίας. Η γκετοποίηση των πληθυσμών. Αυτή η επιπλέον ταξική διαστρωμάτωση στην οποία υποβάλλονται τα πιο φτωχά στρώματα στις σύγχρονες μητροπόλεις του καπιταλισμού. Εκεί που η εξαθλίωση είναι μια σταθερά και μια κανονικότητα. Που διέξοδοι δεν υπάρχουν. Άνθρωποι που αν και ανήκουν στις εργαζόμενες μάζες ταυτόχρονα σπρώχνονται στην πιο προσβλητική αφάνεια. Η κουλτούρα, το χρώμα, το θρήσκευμα, η εθνική προέλευση διαχωρίζει εκ νέου αυτούς από την υπόλοιπη εργατική τάξη. Οι διακρίσεις πολλαπλασιάζονται. Άνθρωποι δίχως μέλλον. Στατιστικές υπάρξεις. Η ακραία τούτη επιβολή προς τα κάτω αποτελεί για αυτούς μια μόνιμη απειλή απανθρωποίησης. Η συλλογική και ατομική συνείδηση όλο και χάνει την ταξικότητα της.

Στην Γαλλία συμβαίνει ανέκαθεν και εκ του φυσικού αυτό. Όχι γιατί είναι στη φύση των Γάλλων αλλά ασφαλώς γιατί είναι στην φύση του γαλλικού κράτους και στον αποικιοκρατικό του χαρακτήρα. Κάθε αποικιοκρατική δύναμη συντήρησε και συντηρεί ιδιαίτερες σχέσεις με τις πρώην αποικίες τους. Μάζες πληθυσμού διοχετεύονται στις μητροπόλεις της (όπως ακριβώς σήμερα και μάζες προσφύγων). Κάτοικοι που πλέον είναι Γάλλοι, που έχουν αφομοιωθεί πλήρως από τον δυτικό πολιτισμό, που έχουν απωλέσει τον δικό τους. Μα μονάχα μονομερώς. Διότι από την πλευρά του κράτους παραμένουν μονίμως μη αφομοιωμένοι: ξένοι. Εκμεταλλεύσιμοι οικονομικά. Ευκολόπλαστοι συνειδησιακά. Έδαφος γόνιμο για ρατσισμό: η ιδεοληπτική τούτη νοοτροπία των προνομιούχων με οικονομικά, εκτός των άλλων, οφέλη.

Οι εργαζόμενες μάζες είναι σε καλύτερη μοίρα. Αν και εφόσον είναι λευκές, είναι χριστιανές, είναι γεννημένες από μπαμπά και μαμά… του έθνους. Ξεκινούν αναγκαστικά από μια άλλη αφετηρία. Έχουν κοινά τα παραπάνω χαρακτηριστικά με τους προνομιούχους και κυρίαρχους αστούς. Αν και παρομοίως πλήρως εκμεταλλευόμενοι οικονομικά, κατέχουν μια θέση ισοτιμίας λόγω ακριβώς των κοινών αυτών αναφορών. Για αυτό και βρίσκονται σε καλύτερη πολιτικά θέση. Η έννοια της «φυλής» από την άλλη και ο διαχωρισμός με βάση αυτή είναι μια βολική ως σήμερα εγγραφή της αποικιοκρατίας που παράγει επιπλέον ανισοτιμίες εγκληματικής κλίμακας. Ταυτόχρονα ένα δεδομένο, μια μηχανή πολιτικής αδρανοποίησης ολόκληρων πληθυσμών.

Μόνο ως έγκλημα μπορούμε να το δηλώσουμε. Έγκλημα είναι να υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται αμετάβλητα στο περιθώριο. Όχι μονάχα στον χώρο εργασίας. Αλλά και εκεί που ζούνε και κοιμούνται. Εκεί που παίζουν. Παίζουν; Μάχονται να επιβιώσουν, σωστότερα. Βία από προστάτες, βία από ναρκωτικά, βία από όπλα, βία από την αστυνομία. Μια μόνιμη απειλή βίας. Ελαφρά την καρδία, τέτοιες εικόνες τις τοποθετούσαμε ως δυτικοί στον λεγόμενο «τρίτο κόσμο». Κι όμως ένας τέτοιος «κόσμος» υπάρχει λίγο μακρύτερα από την πόρτα μας. Εκεί που μπορεί να είναι μετρήσιμος. Να είναι ελεγχόμενος. Αυτά είναι τα «γκέτο» και ο 21ος αιώνας του δυτικού κόσμου δεν μπορεί να τα αποκρύψει άλλο.

Η χρόνια γκετοποίηση ταυτοχρόνως δημιουργεί μια νέα συνείδηση. Έναν άνθρωπο τσακισμένο. Ένα άνθρωπο που καθώς ο κλοιός σφίγγει ενίοτε ξεσπάει ανεξέλεγκτα και ανεμπόδιστα. Παρά την απουσία του πολιτικού του στόχου, φοβίζει τους πάντες. Και κυρίως την άρχουσα τάξη για τον λόγο και μόνο πως επιβεβαιώνει τις ακραίες αντιθέσεις της κοινωνίας που έχει χτίσει. Βάζει σε αμφισβήτηση έννοιες όπως κοινωνική ειρήνη, ασφάλεια, τάξη. Δεν επαναστατικοποιείται. Ωστόσο υπενθυμίζει σε ολόκληρη την κοινωνία την σήψη της, τις ψευδαισθήσεις της και την ανάγκη ανατροπή της. Όλα αυτά είναι Μαρξ, όλα αυτά είναι Ουγκό. Επιβεβαιωμένες σταθερές αιώνων.

Ο νεαρός σκηνοθέτης Ladj Ly, μαύρος ο ίδιος, με καταγωγή από το Μάλι, κάνει ακριβώς μια παρόμοια μελέτη. Και όταν μιλάμε για τόσο σκληρά πράγματα, η ταινία του δεν μπορεί παρά να είναι κι αυτή σκληρή. Εμπνέεται από την εξέγερση του 2005 στα προάστια του Παρισιού αλλά γίνεται εν ριπή οφθαλμού πανευρωπαϊκός και παγκόσμιος: έτσι, με το πρώτο του μεγάλο βήμα στο σινεμά κατορθώνει να κάνει άλμα προς την βαθύτατη και ουσιαστική πολιτική τέχνη.

Στο «Miserables» διακρίνει καθαρά τους κυρίαρχους, διακρίνει και τους υποτελείς. Διακρίνει τα όργανα της εξουσίας και διακρίνει τον γκετοποιημένο πληθυσμό. Διακρίνει διαφορετικές ηθικές αναφορές και αξιακά συστήματα. Δεν παίρνει ουδέτερη θέση. Δεν δικαιολογεί καμιά πράξη. Η αστυνομία κάνει απλά την δουλειά της: μέσω της επιβολής, μέσω της καταστολής ανακυκλώνει και συντηρεί την βία. Οι «καλλιεργητές» του Ουγκό που λέγαμε. Η κρατική εκπυρσοκρότηση ενός όπλου μπορεί να σκοτώνει έναν άνθρωπο αλλά κυρίως τον δημιουργεί. Κατασκευάζει μια ολόκληρη συνείδηση υποταγής, φόβου και ατομικών συμπεριφορών διεξόδου. Είναι εκείνη η στιγμή που στην ταινία βλέπουμε μπρος μας… την Αθήνα.

Συνδέουμε το πρώτο πλάνο της ταινίας με το τελευταίο: βλέπουμε από την μία την ψευδαίσθηση και τις αυταπάτες μιας κοινωνίας ενωμένης κάτω από τα λάβαρα του έθνους και από την άλλη την αλήθεια την ώρα που η φλόγα σιγοκαίει. Όλη η υπόλοιπη ταινία είναι η μελέτη αυτής της ακραίας αντίθεσης ανάμεσα στο θέαμα και την πραγματικότητα της κοινωνικής ζωής. Και ταρακουνιέσαι από την δύναμη του σινεμά να σου μιλάει τόσο άμεσα, τόσο οικεία, τόσο απειλητικά, τόσο αληθινά δίχως γλυκόλογα, ψευτοευαισθησίες και λειάνσεις.

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).