Patricia Highsmith: «Κάρολ»

Οι λεπτές αποχρώσεις μιας σχέσης

| 08/04/2016

Η ιστορία δύο γυναικών που αγαπιούνται, γραμμένη τη δεκαετία του ’50 στις συντηρητικές ΗΠΑ, είναι απλή και προκλητική. Όχι μόνο σε τεχνικό, κοινωνικό επίπεδο, αλλά και σε συγγραφικό. Ανεξάρτητα από το χρονολογικό πλαίσιο, μια λεσβιακή ιστορία έχει να δώσει πάρα πολλά στο κοινό και τον/τη συγγραφέα, όπως και να «πει» άλλα τόσα στην κοινωνία που «γεννιέται» η εν λόγω ιστορία.

Το «Κάρολ» είναι η διαχωριστική κόκκινη γραμμή μεταξύ «ροζ παραλογοτεχνίας» και «διεισδυτικής υπαρξιακής μυθοπλασίας». Η Χάισμιθ φυσικά και ανήκει στη δεύτερη πλευρά, όχι μόνο για το ταλέντο της, αλλά, κυρίως, για τη ματιά της. Ο καλός συγγραφέας δεν κρίνεται μόνο για τον λόγο του. Περισσότερο γι’ αυτό που βλέπει, εκθέτει οικειοθελώς το σώμα του. Το έργο του δηλαδή. Η ρηχή και επιφανειακή ματιά μπορεί να φέρνει αναγνώριση και χρήμα, όμως αυτή που συλλαμβάνει το μετείκασμα ζωής και ψυχής, προσφέρει λογοτεχνική αθανασία.

Η Χάισμιθ, λοιπόν, αποφασίζει να πειράξει την αμερικάνικη κοινωνία βγάζοντας από την ντουλάπα την ομοφυλοφιλία. Όχι όμως στον προκατασκευασμένο και ελεγχόμενο αφηγηματικό και κοινωνικό δρόμο που επέβαλλε η κοινωνία. Ήτοι, δεν είχε καμία διάθεση να παρουσιάσει άλλο ένα δυστυχισμένο ζευγάρι που το τέλος του είναι προδιαγεγραμμένο: Πτώση στην άβυσσο με όποιον τρόπο επιλέξει να το κάνει. Όχι. Η συγγραφέας ήθελε να τονίσει το αυτονόητο. Πως δύο άτομα του ίδιου φύλου που αγαπιούνται μπορούν να είναι χαρούμενα. Τόσο απλά.

Η Κάρολ και η Τερίζ γνωρίζονται σε ένα πολυκατάστημα. Η πρώτη βρίσκεται εκεί ως πελάτισσα και η δεύτερη ως υπάλληλος. Τα πάντα ενεργοποιούνται από την τύχη. Η Κάρολ, ώριμη, κομψή, γοητευτική, πλησιάζει τη νεαρή Τερίζ γιατί δεν ήταν τόσο απασχολημένη εκείνη τη στιγμή. Η πρώτη επαφή είναι το έναυσμα για τον μαραθώνιο των ψυχών τους. Η δροσερή πιτσιρίκα, διστακτική, σεμνή, χωρίς να χάνει ποτέ τη συστολή της, θέλει να μπει στον κόσμο της Κάρολ. Την έλκει κι ας μην ξέρει αν είναι έρωτας αυτό. Η στιγμή που θα πει «σ’ αγαπώ» στη γυναίκα της ζωής της είναι κατά κάποιο τρόπο το πρώτο μέρος του βιβλίου. Το δεύτερο είναι όταν θα το πει η Κάρολ σε αυτή. Ενδιάμεσα, η Χάισμιθ θα μας αποκαλύψει όλες τις λεπτές αποχρώσεις που κρύβει μια σχέση που παλεύει να βγει στο φως και να επιβιώσει.

Λειτουργεί μαεστρικά καθώς δεν υπάρχει τίποτα που να αφήνεται στην τύχη. Η ενάργεια των εικόνων που δημιουργούν δύο άνθρωποι, απαράμιλλη. Οι σκέψεις που «πνίγονται» και οι αδιόρατες κινήσεις αποτυπώνονται με τη σιγουριά του συγγραφέα που ξέρει τί θέλει να πει και να δείξει. Ο έρωτας είναι στο επίκεντρο και η πιο ευγενική έκφραση του. Γράφει η Χάισμιθ προς το τέλος:

«Η Τερίζ ένιωσε ότι ισορροπούσε στην κόψη του ξυραφιού. Η πίκρα είχε φύγει. Μόνο η απόφαση έμενε τώρα, και η ίδια στεκόταν πάνω σε ένα λεπτό σχοινί, μετέωρη, στον αέρα, χωρίς να υπάρχει τίποτα σε καμία πλευρά για να τη σπρώξει ή να την τραβήξει. Όμως από τη μια πλευρά ήταν η Κάρολ, και από την άλλη ένα άδειο ερωτηματικό. Και θα ήταν διαφορετικά τώρα, γιατί ήταν και οι δύο διαφορετικές».

Οι δυο τους θα ζήσουν έντονες συναισθηματικές στιγμές. Το ταξίδι που θα κάνουν, ο ντετέκτιβ που τις ακολουθεί πληρωμένος από τον σύζυγο της Κάρολ, το διαζύγιο της, η αντιζηλία με την Άμπι, φίλη της Κάρολ, η αναζήτηση δουλειάς για την Τερίζ (σκηνογράφος) και η αδιέξοδη σχέση με τον Ρίτσαρντ. Όλα αυτά παρασύρονται από τον ερωτικό ανεμοστρόβιλο που αλλάζει και τις ίδιες. Τις οδηγεί μέχρι το χείλος του γκρεμού και την ίδια στιγμή τις σώζει.

Αναμφίβολα η πένα της Χάισμιθ βγάζει φωτιές. Αυτό το υπόκωφο, πυρετικό, διαστελλόμενο σύμπαν κατάφερε να μεταφράσει ο Θοδωρής Τσαπακίδης. Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Τοντ Χέινς με τις Κέιτ Μπλάνσετ, Ρούνι Μάρα.

«Κάρολ», Patricia Highsmith

Μετ: Θοδωρής Τσαπακίδης, Εκδ. Μεταίχμιο

καρολ1