Βιβλία από και για την Λατινική Αμερική (μέρος β΄)

Δεύτερο και τελευταίο μέρος για τα λατινοαμερικάνικα βιβλία

| 03/04/2018

Για την ακρίβεια, από και για την Λατινική Αμερική βιβλία καθώς πρόκειται όχι μόνο για Λατινοαμερικάνους συγγραφείς αλλά και για Ευρωπαίους που αναφέρονται σε πρόσωπα ή καταστάσεις της εν λόγω ηπείρου.Έτσι, τα συγκεντρώσαμε όλα μαζί και συνεχίσαμε με τις πιο πρόσφατες εκδόσεις σε μια αναγνωστική διαδικασία που ξεκίνησε προς στο τέλος του καλοκαιριού. Και αυτή, παράλληλα, με τα άλλα δυο αφιερώματα που έχουμε ήδη αναρτήσει- βιβλία για τα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση (μέρος Α και μέρος Β) όπως και για τρία εμβληματικά βιβλία των Ντε Σαντ, Λαφάργκ, Debord. Θα ακολουθήσουν και έτερες ομαδοποιήσεις βιβλίων στο προσεχές μέλλον.

Περνάμε στην Αργεντινή καθώς συνεχίζουμε την λογοτεχνική μας πορεία με τέσσερα βιβλία επηρεασμένα, θα λέγαμε, απ’ τον Μπόρχες συν ένα του μέγιστου Ερνέστο Σάμπατο.

 

«Τελευταίο Τρένο από το Μπουένος Αϊρες»- Ερνάν Ρονσίνο

Στο «Τελευταίο Τρένο από το Μπουένος Αϊρες» του καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Αϊρες, Ερνάν Ρονσίνο ( Εκδ. Opera) σε μια απολαυστική μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη, υπάρχουν- σε ισόποσα κεφάλαια- οι προσωπικές ιστορίες τεσσάρων χαρακτήρων με χρονική διάρκεια από το ’59 έως το ’84.

Αν σε αυτό προσθέσουμε και τις αναφορές και στο κινηματογραφικό έργο «Τελευταίο τρένο από τον Γκαν Χιλ», το γνωστό γουέστερν του Τζον Στέρτζες με τον Κέρκ Ντάγκλας, τότε έχουμε το πλαίσιο εντός του οποίου εκτυλίσσεται η ανορθόδοξη πορεία του βιβλίου. Επίσης, ο γεωγραφικός τόπος όπου διαμείβεται η πλοκή είναι το χωριό Τσιβιλκόι- πατρίδα του συγγραφέα- στην επαρχία του Μπουένος Αϊρες- δίπλα απ’ τον οικισμό Γκλάξο, ιδιοκτησία της γνωστής πολυεθνικής φάρμακο- γαλακτοβιομηχανίας,οι εργαζόμενοι της οποία αποτελούν και τους κατοίκους του οικισμού.

Οι τέσσερεις άνδρες που διηγούνται τις ζωές τους και τις ψυχώσεις τους είναι φίλοι μεταξύ τους. Ο κουρέας Βισέντε Βάρδεμαν, ή «Τσίρος», ο Μπίτσο Σόουσα, ο Μιγκελίτο Μπάριος. Ο τελευταίος είναι ο «αρσενικός» Ραμόν Φολκάδα, ο οποίος έχει ίνδαλμά του τον πολεμιστή Ιουγούρθα, ενώ και ο ίδιος έλαβε μέρος σε μαζικές εκτελέσεις ανθρώπων από άνδρες της πολιτοφυλακής επειδή οι αρχές πίστευαν πως θέλανε να ρίξουν την χούντα του ’55 και να φέρουν ξανά στην εξουσία τον Χουάν Περόν.

Αυτά που εξιστορούν οι τέσσερεις τους καθώς αναφέρονται στα ίδια γεγονότα, δεν ταιριάζουν απόλυτα μεταξύ τους. Είναι η αλήθεια του καθενός εξ’ αυτών όπως την βίωσαν, όμως, όλες μαζί λειτουργούν καλειδοσκοπικά, συμπληρώνοντας η μία την άλλη. Αν θα μπορούσαμε να βάλουμε παράλληλα τις διηγήσεις τότε θα είχαμε ολοκληρωμένη την εικόνα, η οποία έχει να κάνει εν πολλοίς με τρένα, σε μια μικρή κοινωνία που βράζει στην βαρεμάρα και την παρακμή . Αυτή ταράσσεται για λίγο από την δολοφονία του κοντούλη Κλίφτον Μόρις, καθώς ένας εκ των τεσσάρων ηρώων τον θεωρεί κατάσκοπο της CIA. Επιπλέον εις εξ’ αυτών συνευρίσκεται ερωτικά με την μαύρη φίλη του Φολκάδα και έτσι δημιουργεί μεγάλη αναστάτωση στον φιλοχουντικό ήρωα. Ξέρει, μάλλον, ποιος είναι και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τους πιάσει στα πράσα. Ο Ρονσίνο δεν ασχολείται τόσο με την πλοκή- φόνος, «απιστία» κτλ- όσο με τα συναισθήματα που κατατρύχουν το κουαρτέτο – το πώς αισθάνεται και πως σκέπτεται ο καθένας τους και μόνο στο τέλος- τέλος θα υπάρξει η κάθαρση από τα κρίματα που βαραίνουν τους ανθρώπους. Δεν είναι τα γεγονότα αυτά καθ’ αυτά, είναι πως νιώθει η τετράδα γι’ αυτά.

Συνετός μαθητής του Μπόρχες, ο Ερνάν Ρονσίνο ακολουθεί και τα στιλιστικά μονοπάτια του Ρομπέρτο Μπολάνιο, με τον δημιουργικό εκλεκτικισμό στην πρώτη γραμμή.


«Η Συνωμοσία Μπόρχες» -Γκαστόν Φιόρδα

 

Είναι, όμως, ο Γκαστόν Φιόρδα, δημοσιογράφος και πτυχιούχος Φιλοσοφίας- συμπατριώτης του Ρονσίνο- και «Η Συνωμοσία Μπόρχες» ( Εκδ. Οpera)- σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη- που κυριολεκτικά αποτίει φόρο τιμής στον μεγάλο δημιουργό: ένας συγγραφέας που γράφει το πρώτο βιβλίο του μαθαίνει από γνωστό πως ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες όπως τον γνωρίζουμε από τα γραπτά του, δεν υπήρξε, στην ουσία, ποτέ. Ναι μεν είναι υπαρκτό πρόσωπο αλλά κατασκεύασμα της Ομάδας Sur που εξέδιδε το ομότιτλο περιοδικό (Βικτόρια Οκάμπο, Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες κ.α.). Ένα είδος λογοτεχνικής βιτρίνας, όπου θα τροφοδοτούσαν την μέτρια έκφρασή του με δικά τους έργα έτσι για την ευχαρίστησή τους με ημερομηνία λήξης, ανάλογης των διαθέσεών τους. Η τρομερή αποκάλυψη μετατρέπει τον νεαρό συγγραφέα σε λογοτεχνικό ντετέκτιβ. Αναζητά τα πρόσωπα που του υποδείχνουν και μέσα από μισόλογα και γρίφους φθάνει στο συμπέρασμα πως ο Μπόρχες είναι… ζωντανός! Η πλοκή περιπλέκεται καθώς η πραγματικότητα γύρω του γίνεται fiction- μοιάζει περισσότερο με μυθοπλασία και οι εικόνες θαμπώνουν ώσπου, τελικά, κάνει την εμφάνισή του ο φασματικός Μπόρχες.

Μάλιστα φορές- φορές είναι διπλός ως αντιγραφέας του εαυτού του. Πληροφορείται, δε, από τον τελευταίο πως και ο ίδιος δεν είναι παρά ένας χαρακτήρας σε μπορχεσιανό αφήγημα και πως την ώρα που δρα ή σκέφτεται δημιουργεί κείμενο. Ούτως, αρχίζει και αμφιβάλει για την δική του αυθυπαρξία:
« Ως τελευταίο στοιχείο, πριν χειραφετηθώ από την πένα του, ο δημιουργός μου υπέδειξε μια ατελή ιδέα περί αιωνιότητας, την ίδια που είχε προκαλέσει να λάβω γνώση, έστω και κοντά στο τέλος, του έργου του και τις φασματικής μου ύπαρξης. Συν τοις άλλοις, πίσω απ’ αυτή την απόφαση, καταστρώθηκε ένας ελιγμός: να μάθω αν το βιβλίο της ζωής μου είχε εκδοθεί». Ούτως, ο νεαρός συγγραφέας ερευνά εναγωνίως αν όντως «εκδόθηκε» και πότε.

«Η Συνομωσία Μπόρχες» αποτελεί ένα θαυμάσιο ανάγνωσμα- ένα μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα, ένα παιγνίδι για τους ρόλους του συγγραφέα και του αναγνώστη· «υπάρχουν τόσα κείμενα του ιδίου έργου όσα και οι αναγνώστες του». Δεν υπάρχουν σινικά τείχη ανάμεσα σε εκείνον που γράφει και σ’ αυτόν που διαβάζει. Βεβαίως και χωρίς κείμενα- βιβλία, δεν υφίσταται αναγνώστης – αντίθετα, οι εξιστορήσεις υφίστανται διότι, ακριβώς, ένας και μοναδικός, ίσως, αναγνώστης διαβάζει τούτη τη στιγμή αυτό το βιβλίο.


«Η Μετάφραση»- Πάμπλο Ντε Σάντις

Στην συνέχεια, ο γεννημένος στο Μπουένος Άιρες και πιο παλιός από τους παραπάνω, συγγραφέας, Πάμπλο Ντε Σάντις και «Η Μετάφραση» (Εκδ. Angelus Novus) σε μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου. Σε πολλές χώρες κυκλοφορημένος και με αρκετά βραβεία, στήνει εδώ ένα παράξενο μπορχεσιανό σκηνικό: ο πρωταγωνιστής του βιβλίου Μιγκέλ, μεταφραστής ο ίδιος, καλείται σε κάποιο συνέδριο συναδέλφων στην απομακρυσμένη και καταθλιπτική παραθαλάσσια πόλη Πουέρτο Σφίγγα- με πολλές ψυχώσεις και αυτοκτονίες- σε ένα, σχεδόν εγκαταλελειμμένο τεράστιο ξενοδοχείο όπου στην παραλία του κείτονται νεκροί θαλάσσιοι λέοντες και του οποίου ο φάρος σκουριάζει χρόνια σβηστός.

Δεν κυκλοφορεί τίποτε, ούτε υπάρχουν φώτα στους δρόμους. Μοναδική ζωή τριγύρω οι σύνεδροι μεταφραστές. Ο Μιγκέλ – ο Δε Σάντις ;- κυκλοφορεί ανάμεσα σε φίλους και ανταγωνιστές ετοιμάζοντας μια εισήγηση για τον «νευρολόγο Κάμπλιτζ»- βρίσκει ξανά παλιούς συναδέλφους, γνωρίζει καινούριους – φλερτάρει με την παλιά του σχέση-σε μια πρόχειρα στημένη οργάνωση μεταφυσικής ατμόσφαιρας. Το κρύο εντείνει το γενικό άγχος που κορυφώνεται με την εμφάνιση νεκρών συνέδρων. Το περίεργο είναι πως όλα ανήκουν στην ομάδα που μελετούν τη «Γλώσσα του Αχέροντα», δηλαδή τη κρυπτική γλώσσα του Κάτω Κόσμου της οποίας, μάλιστα, ο Δάντης περιέλαβε δυο φράσεις στη Κόλαση του. Γρήγορα το μυθιστόρημα εξελίσσεται σε αστυνομικό με την επέμβαση του ντόπιου επιθεωρητή, με την αρωγή του ήρωα μεταφραστή και έτσι η ατμόσφαιρα βαραίνει περισσότερο ενόσω η «ρεαλιστική» πραγματικότητα παραχωρεί αργά αλλά σταθερά την θέση της στο παράλογο.

Μάστορας του καφκικού σκηνικού ο Πάμπλο Δε Σάντις γκριζάρει περισσότερο την αφήγηση αφήνοντας τον Μιγκέλ μέσα σε ένα λαβύρινθο ερωτημάτων καθώς ένα τυπικό συνέδριο μεταφραστών μεταλλάσσεται σε άκρως επικίνδυνο μέρος για ανθρώπους προσαρμογής κειμένων στην μητρική τους γλώσσα. Αλλά πάνω από όλα ο δημιουργός τους θέλει να μιλήσει για το ίδιο το έργο της μετάφρασης- « το αληθινό πρόβλημα ενός μεταφραστή… δεν είναι η απόσταση ανάμεσα στις γλώσσες ή στους κόσμους, δεν είναι η αργκό ούτε η απροσδιοριστία της μουσικής. Το αληθινό πρόβλημα είναι η σιωπή μιας γλώσσας… διότι όλα τα υπόλοιπα μπορούν να μεταφραστούν, όχι όμως ο τρόπος με τον οποίο σωπαίνει ένα έργο. Σε αυτό, η μετάφραση είναι αδύνατη».

Ανάμεσα σε άλλα, χαρακτηριστικό είναι το πείραμα που κάνει ο Μιγκέλ με έναν ιδιόμορφο συνονόματό του να μεταφράζει κατά το δοκούν αλλά με νόημα γραπτές φράσεις που του δίδουν οι σύνεδροι. Βέβαια, πολλά από τα λεγόμενα του συγγραφέα τα καταλαβαίνουν, μάλλον, καλύτερα οι επαγγελματίες μεταφραστές με το άγχος να γεμίζουν τις σελίδες τους με την πιο αντιπροσωπευτική του νοήματος έκφραση των κειμένων. Γράφει: «η δουλειά του μεταφραστή γίνεται με ταλαντεύσεις όπως και η δουλειά του συγγραφέα. Ο συγγραφέας μεταφράζει επίσης και αμφιβάλλει και θέλει να βρει τον κατάλληλο όρο που αντιστοιχεί στην ιδέα. Επίσης γνωρίζει, όπως και ο μεταφραστής, ότι η ίδια η γλώσσα του μετατρέπεται σε μια δύσχρηστη ξένη αργκό. Ο συγγραφέας μεταφράζει τον εαυτό του σαν να ήταν άλλος, ο μεταφραστής γράφει στον άλλο σαν να ήταν εκείνος ο ίδιος.» Τέλος, ο Δε Σάντις με την σκέψη στον Ουίλιαμ Μπάροουζ αναφωνεί ότι, «η γλώσσα είναι ένας ιός»- «από το απώτερο διάστημα», θα συμπλήρωνε ο τελευταίος!


Το τούνελ- Ερνέστο Σάμπατο

Τελευταίος Αργεντινός συγγραφέας ο μέγας Ερνέστο Σάμπατο και το πρώτο του μυθιστόρημα, «Το τούνελ» (Εκδ. Μεταίχμιο), σε μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου- έργο που κυκλοφόρησε το 1948 και αποτελεί- κατά κάποιο τρόπο- πρώτο μέρος της μοναδικής τριάδας μυθιστορημάτων, με τα άλλα δύο να είναι τα «Περί ηρώων και τάφων» (1961) και «Αββαδών ο εξολοθρευτής» (1974).

Το μικρό σε όγκο έργο έλαβε την οριστική του μορφή το 1978· από εκεί και η μετάφραση. Απ’ τα κορυφαία βιβλία της πατρίδας του συγκρίνονταν σε αξία με έργα εκείνων των καιρών- (Μπέκετ, «Περιμένοντας τον Γκοντό», Καμύ, « Ό Ξένος» ή Χεμινγουέι και Στάινμπεκ) – αλλά εκ των υστέρων, αποδεικνύεται πως το μέγεθος του Σάμπατο και η τριλογία του ήταν, μάλλον, ένα επίπεδο πιο πάνω από αυτά. Στο «Τούνελ» ο ζωγράφος, Χουάν Πάμπλο Καστέλ, αφηγείται παραληρηματικά γιατί δολοφόνησε την ερωμένη του Μαρία Ιριµπάρνε. Απ’ το κελί της φυλακής ανατρέχει όλο το ιστορικό της συνάντησής τους και τις προσπάθειες που έκανε να τιθασεύσει την διαρκώς αυξανόμενη ζήλια του, μέχρι το μοιραίο συμβάν.

Άριστος γνώστης της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης, ο Σάμπατο σκιαγραφεί χωρίς μελοδραματισμούς την υποβώσκουσα παράνοια του πρωταγωνιστή και πως αυτή ανθίζει, σελίδα τη σελίδα. Ένας πίνακας του Καστέλ γίνεται αφορμή να συναντηθούν οι δυο ήρωες και να ξεκινήσει το γαϊτανάκι των αλλεπάλληλων παρεξηγήσεων εκ μέρους του καλλιτέχνη απέναντι στην Μαρία η οποία, ομολογουμένως, ζει μια αρκετά περίπλοκη ερωτική ζωή. Σε αυτόν τον κύκλο επιθυμεί διακαώς να εισέλθει ο ζωγράφος και μάλιστα να καταστεί αποκλειστικός δέκτης της αγάπης της καθώς πιστεύει πως είναι η μοναδική ύπαρξη που ένοιωσε έναν σημαδιακό πίνακά του.

Και αυτό επειδή η Μαρία συντονίστηκε με την δημιουργία του. Αυτό είναι που κάνει τον μοναχικό και συνεχώς θλιμμένο Καστέλ να την ποθήσει μέχρι θανάτου. Γι’ αυτό αποζητά να είναι ο μοναδικός άνδρας για την ευαίσθητη γυναίκα. Τώρα, ο τρόπος γραφής ως ψευδό- αστυνομικού ισχύει και μάλιστα θα μπορούσε να θυμίζει τα κλασικά της Πατρίτσια Χάϊσμιθ αν η τελευταία δεν είχε ξεκινήσει να δημοσιεύει μετά από αυτόν. Ας σημειώσουμε εδώ, πως ο Σάμπατο αν και σπούδασε Φυσική και εργάστηκε πάνω σε αυτήν, συγχρωτίστηκε στις αρχές του ’40 με την παρέα Μπόρχες, Οκάμπο, Κασάρες και σαφώς επηρεάστηκε σημαντικά.

Έχοντας, επίσης, σπουδάσει και Φιλοσοφία εγκατέλειψε ύστερα από λίγο την δουλειά του για να αφιερωθεί στο γράψιμο. Παρ’ ότι, λοιπόν, γνωρίζουμε το τέλος της αφήγησης, η πορεία προς εκεί περιέχει αρκετό σασπένς με την συνεχή παράθεση ψύχω- συναισθηματικών μεταβολών του κύριου χαρακτήρα, την ασίγαστη οργή του απέναντι στην Μαρία που νομίζει πως τον εξαπατά και την ηδονή που νιώθει να την ταπεινώνει, να την εξευτελίζει συνεχώς. Ενδιαφέρον έχει πώς δομείται η διαταραγμένη σκέψη του Καστέλ· η εμμονές και γενικώς το ψυχογράφημά του. Στο τέλος των συλλογισμών του νιώθει πως αυτός όπως και άλλοι άνθρωποι- ζούνε μέσα σε ένα προσωπικό τούνελ και μόλις αντικρίσουν από το τζάμι της φυλακής τους κάποιον στον έξω κόσμο έχουν την ψευδαίσθηση πως επικοινωνούν και πως δύνανται να πορευθούν μαζί· αλλά εις μάτην:

«είχα δει αυτό το κορίτσι και είχα πιστέψει με αφέλεια πως προερχόταν από ένα άλλο τούνελ παράλληλο με το δικό μου, όταν στην πραγματικότητα ανήκε στον πλατύ κόσμο, στον κόσμο χωρίς όρια που δεν ζουν σε τούνελ…  Και τότε, ενώ εγώ προχωρούσα πάντοτε στο στενό πέρασμά μου, αυτή ζούσε έξω την κανονική της ζωή, την έντονη ζωή που ζουν εκείνοι οι άνθρωποι απέξω, εκείνη την περίεργη και παράλογη ζωή όπου υπάρχουν χοροί και γλέντια κι ευθυμία κι ελαφρότητα.»


Η Λήθη που θα γίνουμε- Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε

Τελευταίος προορισμός η Κολομβία με δυο σημαντικούς συγγραφείς, ένας εκ των οποίων, ο Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε- συγγραφέας δέκα βιβλίων- απ’ το περίφημο Μεδεγίν, διαμορφώνει την μυθιστορηματική βιογραφία του πατέρα του- Έκτορ Αμπάδ Γκόμες- επιφανούς γιατρού και κοινωνικού ακτιβιστή που δολοφονήθηκε το 1987 από παραστρατιωτικούς. «Η Λήθη που θα γίνουμε» (Εκδ. Πατάκη)- μετάφραση Τιτίνα Σπερελάκη- εξιστορεί την πορεία του λαμπρού επιστήμονα παράλληλα με την ιστορία της οικογένειας αλλά και της χώρας του.

Ο τίτλος του βιβλίου, παρμένος από τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες- «είμαστε κιόλας η λήθη που θα γίνουμε, η στοιχειώδης σκόνη που μας αγνοεί»- ήταν αντιγραμμένος με το χέρι σ’ ένα χαρτάκι στην τσέπη του πατέρα του την ώρα την ώρα της δολοφονίας. Η πορεία του γιατρού Ε.Α. Γκόμεζ χαρακτηρίζεται έντονα από την προσπάθεια να αποκαλύψει στους φοιτητές του την κατάσταση της υγείας των «από κάτω» και τους τρόπους βοήθειάς τους.

Δημιουργός του Τμήματος Προληπτικής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Αντιόκια αλλά και της Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας απ’ όπου πολλές φουρνιές Υγιεινολόγων διέτρεχαν τις συνοικίες των παραγκουπόλεων χωρίς πόσιμο νερό και τις φτωχές αγροτικές περιοχές- τα δημόσια νοσοκομεία, τις φυλακές, τους τόπους σκληρής δουλειάς- με βασικό καθήκον να μάθουν για τις οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες των υποτελών τάξεων που επιβίωναν υποσιτιζόμενες ενώ μαστίζονταν από μολυσματικές αρρώστιες. Θεωρούσε τους γιατρούς αληθινούς κοινωνικούς λειτουργούς και ως τέτοιοι όφειλαν να πάρουν στα χέρια τους την υγεία ενός πολύ μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Και μόνο αν πήγαιναν εκεί, στο μαλακό υπογάστριο της Κολομβιανής κοινωνίας θα δικαιώνονταν για το επάγγελμα που διάλεξαν. Παράλληλα ο γιατρός Γκόμεζ αρθρογραφούσε υπέρ της ειρηνικής λύσης του μακροχρόνιου εμφύλιου- 52 συναπτά έτη- ανάμεσα σε κράτος και παραστρατιωτικούς· και τους αριστερούς αντάρτες του F.A.R.C- Ε.P. και τους λιγότερο γνωστούς E.N.L. που ήλεγχαν το 30% – 40% της επικράτειας – μια προσπάθεια να σταματήσει η αιματοχυσία, με 260.000 νεκρούς, 45.000 αγνοούμενους και 6,8 εκατομμύρια πολίτες αναγκασμένους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.

Κείμενο του, γραμμένο το 1987, εικονίζει έναν άνθρωπο που ξεκίνησε ως ακτιβιστής πολιτικών δικαιωμάτων για να προχωρήσει πιο πέρα και να ενταχθεί στο τότε, περίπου, ιδρυθέν Πατριωτικό Κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς το οποίο εξολοθρεύτηκε με δολοφονίες 4.000 μελών και συμπαθούντων: «Εξοντώνουν την ιντελιγκέντσια, εξαφανίζουν τους πιο ανήσυχους φοιτητές, σκοτώνουν τους πολιτικούς αντιπάλους, δολοφονούν τους πιο στενά συνδεδεμένους με τις ενορίες τους ιερείς, αποκεφαλίζουν τους λαϊκούς ηγέτες των συνοικιών και των χωριών. Το κράτος δε βλέπει παρά κομμουνιστές και επικίνδυνους αντιπάλους σε κάθε ανήσυχο ή σκεπτόμενο άνθρωπο».

Την ιστορία αυτού του ανθρώπου διηγείται ο συγγραφέας γιός του, Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε. Και αυτός αναγκάστηκε, τότε, να εγκαταλείψει την Κολομβία διότι το τέλος του ήταν σίγουρο. Επέστρεψε στην Ιταλία, όπου είχε σπουδάσει σύγχρονη λογοτεχνία και ενώ είχε επαναπατριστεί, ακριβώς, την ίδια χρονιά! Γύρισε ξανά το 1992 και άρχισε να γράφει για πρώτη φορά. Ήταν το 2006- είκοσι χρόνια μετά- όταν μπόρεσε να μιλήσει για τον πατέρα του.

Στο βιβλίο φιλοτεχνεί την πατρική φιγούρα με απέραντη αγάπη και τρυφερότητα καθώς ντοκουμεντάρει λογοτεχνικά την ζωή του Γκόμεζ από την εποχή της μάχιμης Ιατρικής έως και μετά την καταναγκαστική και βίαιη- απ’ το κατεστημένο της σχολής- συνταξιοδότησή του. Παράλληλα, φωτίζει ολόκληρη την οικογένειά του, όντας το μόνο αγόρι ανάμεσα σε πέντε κορίτσια και την αγωνίστρια- με τον τρόπο της- μάνα του, πνεύμα ελεύθερο και δημιουργικό για την κοινωνική επιβίωση των παιδιών και του συντρόφου της.

Πολιτικό μυθιστόρημα μαζί και ελεγεία ενηλικίωσης, αποκαλύπτει κρυφές πλευρές του πατέρα, καθώς με την στάση του μετέδωσε στον γιό την αντίσταση και την εξέγερση στην αδικία που δεν αποφεύγει, μάλλον, τον έντονο συναισθηματισμό όταν εξιστορεί το χαμό της μιας αδελφής του που φαντάζει και στο εξώφυλλο. Τέλος, συγκλονιστική είναι η σκηνή της δολοφονίας του Ε.Α. Γκόμεζ καθώς μαζί με τον γιατρό σκότωσαν και άλλους δύο αριστερούς αγωνιστές


Νυχτερινές ικεσίες- Σαντιάγο Γκαμπόα

Ολοκληρώνουμε το αφιέρωμα στην Λατινική Αμερική με τον πολυγραφότατο Κολομβιανό συγγραφέα Σαντιάγο Γκαμπόα και το βιβλίο του, «Νυχτερινές ικεσίες» ( Εκδ. Πόλις) σε ζωντανή μετάφραση Βασιλικής Κνήτου.

Γεννημένος, στην Μπογκοτά και σπουδαγμένος εκεί αλλά και στην Μαδρίτη και στο Παρίσι, με πτυχία Ισπανικής και Κουβανικής Φιλολογίας, με τα βιβλία μεταφρασμένα σε δεκαεπτά γλώσσες, ο συγγραφέας βρίσκεται στην πρωτοπορία εκείνης της σχολής των λογοτεχνών που επιδιώκουν να υπερβούν τα στερεότυπα που θέλει την λατινοαμερικάνικης λογοτεχνία να λειτουργεί τοπικιστικά – όπως είδαμε και με τη δουλειά του Μεξικάνου Χουάν Βιγιόρο στο πρώτο μέρος του αφιερώματος- ήτοι, να μιλά αποκλειστικά για τον περίγυρό της και να αφήνει εκτός οτιδήποτε έχει να κάνει με τον έξω κόσμο.

Όπως λέει και ο ίδιος, θέλει να τον διαβάζουν επειδή είναι συγγραφέας και τίποτε άλλο. Θα λέγαμε πως οι «Νυχτερινές ικεσίες» είναι, μάλλον, ένα νουάρ μυθιστόρημα καθώς η πραγματικότητα που φανερώνεται στις σελίδες του περιέχει εκ του φυσικού της αρκετό σασπένς.

Τρία βασικά πρόσωπα διατρέχουν το βιβλίο: ο φοιτητή φιλοσοφίας Μανουέλ Μανρίκε, η αδελφή του- φοιτήτριας, επίσης- Χουάνα και ο πρόξενος της Κολομβίας στο Νέο Δελχί. Συχνά, στην κεντρική αφήγηση, παρεμβάλλονται κεφάλαια μιας ανώνυμης «Δια-δικτυακής» περσόνας εν είδη αρχαίου χορού που σχολιάζει ή προαναγγέλλει καταστάσεις. Ο Γκαμπόα διαπλέκει τους τρεις ήρωες με μικρότερης σημασίας φιγούρες αλλά είναι, όχι τόσο οι περιπλανήσεις της τριάδας, όσο οι προσωπικές εξομολογήσεις μεταξύ τους με τις διαδρομές του καθένα που δένουν οι εικόνες ενός κόσμου πέρα από την Κολομβία και της Λατινική Αμερική.

Με λίγα λόγια, ο Μανουέλ Μανρίκε συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στην Μπανγκόκ για κατοχή ναρκωτικών κινδυνεύοντας να καταδικαστεί ακόμη και σε θάνατο αν δεν παραδεχθεί πως είναι ένοχος. Ο πρόξενος της Κολομβίας που τον επισκέπτεται για την υπόθεσή του γίνεται μάρτυς της βασανισμένης ιστορίας του στην μητέρα πατρίδα και της ασφυκτικής και δολοφονικής καθημερινότητας της Μπογκοτά- την τρέλα του για τον κινηματογράφο και την λογοτεχνία και την πιεστική ανάγκη του να ξεφύγει από τον κοινωνική απόρριψη που βίωνε, όπως και πολλοί άλλοι συνομήλικοι του.

Η αδελφή του, Χουάνα, ίσως το μόνο πρόσωπο που αγαπά και εμπιστεύεται είναι εξαφανισμένη ήδη τέσσερα χρόνια, καθώς έχει εντοπιστεί στο Τόκιο μέσα σε ένα κύκλωμα πορνείας. Ο ίδιος συνελήφθη στην Μπανγκόκ στον δρόμο για την πρωτεύουσα της Ιαπωνίας. Από την άλλη ο ανώνυμος πρέσβης σκέπτεται την δική του ζωή και πως έφτασε στο Νέο Δελχί ενώ το τρίτο μέρος της αφήγησης συμπληρώνεται από την Χουάνα που ο διπλωματικός αξιωματούχους ανακαλύπτει στην Τεχεράνη. Μέσα από τις αφηγήσεις σκιαγραφούνται τα ζοφερά αλλά γεμάτα ζωή πορτρέτα των τεσσάρων πιο πάνω πόλεων. Μυθιστόρημα με αστυνομική πλοκή αλλά – όπως λέει ο Μανουέλ στον πρόξενο- «αυτό το μυθιστόρημα δεν θα είναι αστυνομικό. Θα είναι μια ιστορία αγάπης», διότι αυτό που τονίζεται περισσότερο στο βιβλίο είναι το απίστευτο συναισθηματικό δέσιμο των δυο αδελφιών. Βεβαίως, οι ανατροπές χαρακτηρίζουν την πλοκή· η ίντριγκα έχει πλήθος σκοτεινών πλευρών που φωτίζονται σταδιακά καθώς η σχέση του Μανουέλ και Χουάνας δίνει τον ρυθμό.

Πίσω στην Κολομβία, ο Γκαμπόα αφιερώνει μερικά εδάφια με τον πατέρα των δυο, φανατικό οπαδό του προτελευταίου Προέδρου της χώρας, του ακροδεξιού Άλβαρο Ουρίμπε, να χαίρεται που επιτέλους θα μπει τάξη στον τόπο απαιτώντας από τον νεοεκλεγέντα, νεκρούς αντάρτες όπως, ο τελευταίος, είχε υποσχεθεί στην προεκλογική του εκστρατεία. Μέσα από την πολιτική σύγκρουση της Χουάνας και του πατέρα της αποκαλύπτεται όλο το δράμα του εμφυλίου στην Κολομβία που κράτησε δεκαετίες και είχε εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και αγνοούμενους – με την πανταχού παρούσα βία και τις καθημερινές εξαφανίσεις ανθρώπων από τα τάγματα θανάτου και τους παραστρατιωτικούς. Όμως, η σκληρή βία συναντάται σε όλη την διαδρομή του βιβλίου όπως στην Μπανγκόκ με το στρατιωτικό καθεστώς να θεσπίζει θανατικές ποινές παντού ή στην Τεχεράνη όπου οι γυναίκες αποτελούν, κυριολεκτικά, ιδιοκτησία του άντρα, ανεχόμενες την κακοποίησή τους.

Το πρόβλημα είναι, γράφει ο Γκαμπόα, πως όλα αυτά σύντομα συνηθίζονται, περνάνε μέσα μας και η ζωή συνεχίζεται. Η θλιμμένη περιήγηση του συγγραφέα στις «Νυχτερινές ικεσίες» αναφέρεται σε ανθρώπους που νιώθουν πως δεν μπορούν να βρίσκονται διαρκώς στην κόψη της κάθε σύγκρουσης, δίκαιας ή άδικης, γι’ αυτό και επιλέγουν, ενίοτε, συνειδητά την θέση του ηττημένου. Να σημειώσουμε, τέλος, πως ο Κολομβιανός συγγραφέας διαπλέκει στην ιστορία του πολλή λογοτεχνία και μάλιστα τσιτάρει κάποια αποσπάσματα όπως πχ, του Ζαν Εσνόζ, καθώς και αρκετά κινηματογραφικά φιλμ- όλα προφανώς δικά του βιώματα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ Α ΜΕΡΟΣ

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιολογία στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Παράλληλα, έπαιξε ως μουσικός παραγωγός σε πολλά ραδιόφωνα για πολλά χρόνια και έγραψε ως μουσικός κριτικός σε μια σειρά περιοδικά. Αυτό συνεχίζει μέχρι και σήμερα.