Ο εφιάλτης του «Don’t Look Now» (1973) του Nicolas Roeg

Το σινεμά σε flashback

| 27/06/2020

Το τονίζουμε: Να επιστρέφουμε, όποτε είναι δυνατόν, σε παλιότερες ταινίες. Διότι είναι αναμφίβολα διαφορετικές. Μιλούσαν διαφορετικά. Με την εικόνα τους. Με το βάρος στη σκηνοθεσία τους. Με την εκφραστικότητα των ηθοποιών τους. Μιλούσαν με την δυνατότητα των πολλαπλών ερμηνειών των θεματικών τους. Υπάρχουν σύγχρονοι σκηνοθέτες, και κυρίως με αυτούς ασχολούμαστε, που παλεύουν για την επιβίωση αυτής ακριβώς της παράδοσης του κινηματογράφου ενώ ταυτόχρονα τον ανανεώνουν συνεχώς. Υπάρχουν από την άλλη ωστόσο σκηνοθέτες, ένα ρεύμα πλειοψηφικό, που εξιδανικεύουν την «νετφλιξοποίηση» του σινεμά (την, με νέες μορφές δηλαδή, απαρχαιωμένη επιβολή του Hollywood στην κουλτούρα μας) και κατά συνέπεια των τρόπων προσέγγισης της ζωής μέσα από αυτό. Ο κινηματογράφος είχε και έχει άλλου τύπου δύναμη και αυτή ακριβώς μας υπενθυμίζεται από το βρετανικό «Don’t Look Now» του Nicolas Roeg.

«Αυτό που φαίνεται, δεν είναι αυτό που είναι» ακούμε συχνά στην ταινία εφιάλτη και υπό αυτό το πλαίσιο, πλαίσιο σύγχρονο και επίκαιρο, οφείλουμε να την νοηματοδοτήσουμε ξανά.

Αυτό που προσπαθεί μετά τον τραγικό θάνατο της κόρης του, ο Donald Sutherland ως αρχιτέκτονας να κάνει στους μεσαιωνικούς ναούς της Βενετίας, να τους ξαναδώσει δηλαδή ζωή και αίγλη ενώ εκ των πραγμάτων μια τέτοια θέση έχει ήδη τελειώσει είναι η εικόνα-επιτομή της αστικής ματαιότητας. Έτσι δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε το εξής. Πως η ζωή δομημένη σε σαθρά θεμέλια όσο διακοσμημένη άρτια και να είναι δεν αναπλάθεται, δεν ανακατασκευάζεται, δεν φτιασιδώνεται με τα ίδια παλιά υλικά. Τα μερεμέτια δεν αρκούν. Η διακόσμηση δεν αρκεί. Οι ναοί που φυλάσσεται ως μουσειακό έκθεμα η παρακμή του δυτικού πολιτισμού εν συνόλω είναι απλώς προσόψεις. Τίποτε παραπάνω. Μια εικόνα. Αυτό που φαίνεται.

Ποια είναι λοιπόν η δύναμη της ταινίας που θεωρείται και μια από τις καλύτερες ταινίες της ιστορίας;

Το ότι καταφέρνει να μετατρέψει την πλέον χρόνια, την πλέον αιώνια εξευγενισμένη (πριν μπει ίσως ο όρος gentrification στο καθημερινό μας λεξιλόγιο) πόλη του κόσμου, την «καρτποσταλική» Βενετία, σε μια επιβαλλόμενη εφιαλτική ποντικότρυπα.

Καταφέρνει να μετατρέψει τον εξευγενισμένο τρόπο ζωής των αστών σε ένα παράδειγμα προς αποφυγή για όλους τους υπόλοιπους: ένα παράδειγμα δειλίας, φόβου, αδιεξόδων, ψευδαισθήσεων και εν τέλει τραγωδίας. Την έννοια της ευτυχίας από κατασκευασμένη αυταπάτη σε πραγματική ψυχική δυσπεψία.

Όλη η ταινία, με άλλα λόγια, έχει στόχο να μετατρέπει το φαίνεσθαι σε Είναι. Την αρχική θαυμαστή όψη των πραγμάτων σε αγωνιώδη ενδοσκόπηση των αξιών. Την μπουρζουάδικη αυταπάτη, στην ίδια της την άρνηση: Την αυτοκαταστροφή της. Εκεί όπου υπάρχει η απόλυτη απενοχοποιημένη αδιαφορία για την ελπίδα και το νέο, στο σύμβολο του παιδιού που πεθαίνει, και την εκτόπιση, επιπλέον, του «περίεργου», του «δύσμορφου», του «ξένου» ως ενός κατασκευασμένου αυτουργού για δικαιολόγηση της παρακμής της. Αυτός θα έπρεπε να είναι ο ορισμός του ψυχολογικού τρόμου. Και εν τέλει, αυτός είναι. Αυτά είναι τα κριτήρια του και το «Don’t Look Now» τα δομεί εξαιρετικά μέχρι και σήμερα.

Ας δούμε μια καθοριστική σεκάνς της ταινίας (κι αυτό δεν είναι spoiler): Η κηδεία. Η έννοια της όπως απεικονίζεται, την στιγμή που αναπαριστάται, με την μεταφυσική δυναμική που δίνεται στο θεατή, αποτελεί ένα ακόμη θέαμα. Όπως και ο κινηματογράφος, όπως και οτιδήποτε άλλο που δεν είναι υλικό, πραγματικό, μια ενέργεια του ανθρώπου έξω από την μοιρολατρία. Μοιάζει να μας λέει πως η μοναδική στιγμή τελικά που μάθαμε να μην νιώθουμε καταπίεση, φόβο και απειλή μα αντιθέτως λύτρωση, είναι όταν γιορτάζουμε τελετουργώντας τον θάνατο. Σκληρές υποθέσεις. Μα αναγκαίες όπως πάντα στην συζήτηση. Το λέμε πάντοτε. Ο κινηματογράφος είναι για αναζήτηση και για συζήτηση.

Είτε είναι ηλιόλουστο καλοκαίρι λοιπόν είτε είναι πανδημικός χειμώνας, η σαπίλα, η κοινωνική πραγματικότητα και ο αξιακός της κώδικας μέσα σε αυτή, οι θεματικές της ταινίας, κατά την άποψη του γράφοντα, πρέπει πάντοτε να μας απασχολούν.

  • Η ταινία κυκλοφορεί σε επανέκδοση στα θερινά σινεμά από 25 Ιούνη 2020.

Γεννημένος το 1984 στην Λάρισα, εγκλωβισμένος για κάποια χρόνια στην Ιταλία, αντί να μάθει να ξυπνάει στις αίθουσες δικαστηρίων έμαθε να βρίσκεται στις αίθουσες κινηματογράφου καθώς και πίσω από φωτογραφικές μηχανές. Έκτοτε γράφει για ταινίες και για σινεμά (καθώς και για ό,τι άλλο σκέφτεται) και φωτογραφίζει για φωτορεπορτάζ και για ευχαρίστηση. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης (ΠΕΚΚ) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI).